Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης
«Θα περνούσα ξανά την πόρτα των φυλακών για να βοηθήσω την πατρίδα μου».
Σταύρος Λάλας
Ο Στίβεν ή Σταύρος Λάλας για πολλούς ανθρώπους των ελληνικών υπηρεσιών πληροφοριών δεν ήταν απλώς ένας κατάσκοπος αλλά ο πιο σημαντικός Έλληνας κατάσκοπος της μεταπολεμικής περιόδου. Όχι επειδή έδρασε θεαματικά, αλλά επειδή έδρασε αθόρυβα και το πλήρωσε με τον πιο βαρύ τρόπο.
Γεννήθηκε μακριά από την Ελλάδα, στο Νιου Χάμσαϊρ. Μεγάλωσε σε μια χώρα πανίσχυρη, ασφαλή, αυτάρκη και όμως, η καρδιά του ανήκε αλλού. Σε έναν τόπο που γνώριζε περισσότερο ως μνήμη και αφήγηση παρά ως καθημερινότητα. Η Ελλάδα γι’ αυτόν δεν ήταν απλά έδαφος. Ήταν ιδέα.
Όταν ο κόσμος χωριζόταν σε στρατόπεδα και ο Ψυχρός Πόλεμος όριζε ζωές και μοίρες, ο Λάλας βρέθηκε στο κέντρο της αμερικανικής ισχύος. Πεντάγωνο, ΝΑΤΟ, πρεσβείες, απόρρητα έγγραφα, πληροφορίες που καθόριζαν ισορροπίες. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε φακέλους και κωδικούς, πήρε την απόφαση που αλλάζει για πάντα έναν άνθρωπο, να περάσει τη λεπτή κόκκινη γραμμή.
Όχι για χρήματα και φήμη αλλά γιατί πίστευε ότι έτσι υπηρετεί την πατρίδα του. Για δεκαέξι χρόνια, από τη Σμύρνη μέχρι την Αθήνα, παρέδωσε στην Ελλάδα εκατοντάδες έγγραφα. Πληροφορίες για την Τουρκία, το Αιγαίο, την Κύπρο. Πληροφορίες που δεν γράφονται σε βιβλία, αλλά αλλάζουν σιωπηλά τη θέση μιας χώρας στον κόσμο. Ήξερε ότι αν αποκαλυφθεί, δεν θα υπάρξει έλεος και όμως συνέχισε.
Όταν συνελήφθη, δεν τον περίμεναν χειροκροτήματα. Τον περίμεναν σίδερα, φυλακή, σιωπή και απομόνωση. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, ήταν προδότης. Για την Ελλάδα, μια μορφή που κανείς δεν τόλμησε ποτέ να τιμήσει επίσημα. Για την ιστορία, ένας άνθρωπος που έβαλε την ιδέα της πατρίδας πάνω από τη ζωή του.
Σήμερα, σε έναν κόσμο τελείως διαφορετικό, η σύγκριση είναι αναπόφευκτη. Η κατασκοπεία δεν έχει πια ιδεολογία και στρατόπεδα αλλά αγοραστές και συμφέροντα. Η πατρίδα, για πολλούς, δεν είναι πια επιλογή αξιών, αλλά διαπραγματεύσιμο μέγεθος. Γι’ αυτό και η περίπτωση του Λάλα μοιάζει σήμερα σχεδόν απρόσιτη και ξένη. Σχεδόν αδιανόητη. Ήταν παιδί μιας εποχής όπου μπορούσες ακόμη να πιστεύεις ότι θυσιάζεσαι για κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό σου. Ότι η πατρίδα άξιζε την απώλεια της ελευθερίας σου.
Όπως είπε άλλωστε χαρακτηριστικά και ο ίδιος, παρ’ όλες τις δυσκολίες που πέρασε και τον επηρεάζουν αρνητικά έως και σήμερα:
«Θα περνούσα ξανά την πόρτα των φυλακών για να βοηθήσω την πατρίδα μου».
Πλέον ο Λάλας διάγει έναν απλό και ήρεμο βίο στη Χρυσούπολη Καβάλας. Δεν ζήτησε ποτέ του κανένα αντάλλαγμα για όσα στερήθηκε αυτός και η οικογένειά του τα 15 ολόκληρα χρόνια που ήταν φυλακισμένος και ακόμα μέχρι σήμερα δεν λαμβάνει, δυστυχώς, ούτε ένα ευρώ από την επίσημη Πολιτεία για όλες αυτές τις υπηρεσίες που προσέφερε απρόσκοπτα.
Όταν δε ρωτήθηκε το 2014 ποιος τον κάρφωσε, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει και προσέθεσε ότι αυτοί που σίγουρα γνώριζαν ήταν ο στρατηγός Γρυλλάκης και ο γέρο Μητσοτάκης.
Δεν χρειάζεται να τον εξιδανικεύσουμε. Ούτε να τον αγιοποιήσουμε. Αρκεί να τον καταλάβουμε.
Γιατί σε μια εποχή όπου όλα αλλάζουν χέρια, ο Στίβεν Λάλας μάς θυμίζει κάτι ξεχασμένο και επικίνδυνα σπάνιο, ότι η πατρίδα, τελικά, δεν είναι το διαβατήριο που κρατάς αλλά η αδιαπραγμάτευτη επιλογή που κάνεις, όταν ξέρεις πως θα πληρώσεις το τίμημα.
ΣΧΟΛΙΟ ΕΘΝΙΚΟΥ ΒΗΜΑΤΟΣ – ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ
Η ιστορία του Σταύρου Λάλα δεν είναι απλώς μια ακόμη σελίδα από τον σκοτεινό κόσμο των μυστικών υπηρεσιών. Είναι μια ιστορία προσωπικής επιλογής, βαριάς δοκιμασίας και πίστης σε μια πατρίδα που ο ίδιος επέλεξε να υπηρετήσει, γνωρίζοντας ότι το τίμημα μπορούσε να είναι η ίδια του η ελευθερία.
Δεν είναι μικρό πράγμα να χάνεις δεκαπέντε χρόνια από τη ζωή σου για μια πεποίθηση. Ούτε είναι μικρότερο να επιστρέφεις από τη φυλακή και να επιμένεις, όπως δηλώνει ο ίδιος, ότι θα έκανες ξανά την ίδια επιλογή.
Η περίπτωση του Λάλα γεννά και ένα ερώτημα που η Ελληνική Πολιτεία οφείλει κάποτε να αντιμετωπίσει με σοβαρότητα. Ποια είναι η ευθύνη της απέναντι σε έναν άνθρωπο που υπέστη τόσο βαρύ προσωπικό κόστος για ενέργειες τις οποίες ο ίδιος θεωρούσε προσφορά στην Ελλάδα; Η απάντηση δεν μπορεί να εξαντλείται ούτε σε εύκολους επαίνους ούτε σε μια βολική σιωπή.
Το ΕΘΝΙΚΟ ΒΗΜΑ ευχαριστεί τον Στυλιανό Καβάζη για το κείμενό του και για την ευκαιρία να θυμηθούμε μια προσωπική διαδρομή που εξακολουθεί να προκαλεί σκέψη.
Γιατί η αγάπη για την Πατρίδα δεν μετριέται μόνο με όσα δηλώνει κανείς, αλλά και με όσα είναι διατεθειμένος να θυσιάσει γι’ αυτήν.