Γράφει ο Όμηρος Φωτιάδης
Αποτελεί ανελαστική ηθική υποχρέωση και ιερό καθήκον όσων έχουν επιλέξει ως τρόπο ζωής τις διαχρονικές αξίες του Εθνικισμού να εξετάσουν με τόλμη και χωρίς υπεκφυγές ένα φαινόμενο που αναπτύχθηκε στους κόλπους του ίδιου του ιδεολογικού τους χώρου. Ένα φαινόμενο που, κατά την εκτίμησή μου, δεν αποτελεί φυσική εξέλιξη της ιδεολογίας, αλλά βαθιά αλλοίωση του περιεχομένου της. Αναφέρομαι στον λεγόμενο νεοεθνικισμό και στο ιδεολογικό του επακόλουθο, τον μετεθνικισμό.
Δεν πρόκειται για απλή διαφωνία προσώπων, ούτε για μία ακόμη εσωτερική αντιπαράθεση πολιτικών σχηματισμών. Πρόκειται για τη μετατόπιση από την ιδέα στο πρόσωπο, από τη συλλογική ευθύνη στην προσωπική φιλοδοξία, από την πίστη σε αρχές στην άνευ όρων αφοσίωση σε έναν αρχηγό. Εκεί ακριβώς αρχίζει η εκτροπή. Όταν η ιδεολογία παύει να αποτελεί το μέτρο με το οποίο κρίνεται ο ηγέτης και ο ηγέτης μετατρέπεται στο μέτρο με το οποίο κρίνεται η ίδια η ιδεολογία.
Ο νεοεθνικισμός, όπως τον προσδιορίζω, δεν χαρακτηρίζεται πρωτίστως από νέες θεωρητικές θέσεις. Χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία του ατομισμού, της ιδιοτέλειας, της πολιτικής αυτοπροβολής και μιας μορφής αρχηγισμού που απαιτεί πίστη χωρίς κρίση. Ο δε μετεθνικισμός αποτελεί το τελικό στάδιο αυτής της διαδικασίας. Είναι η κατάσταση κατά την οποία διατηρούνται οι λέξεις, τα σύμβολα, οι προσωνυμίες και τα συνθήματα, ενώ έχει αποδυναμωθεί το ιδεολογικό τους περιεχόμενο. Το Έθνος εξακολουθεί να προφέρεται μεγαλόφωνα, αλλά η πολιτική δράση περιστρέφεται πλέον γύρω από τις ανάγκες και τις επιδιώξεις ενός προσώπου.
Εδώ υπεισέρχεται ένας παράγοντας που συχνά παραγνωρίζεται. Η ψυχολογία της πολιτικής εξουσίας και, κυρίως, η ψυχολογία των μαζών.
Ο πολιτικός ναρκισσισμός, ως περιγραφική έννοια και όχι ως κλινική διάγνωση, εκδηλώνεται όταν η ανάγκη προσωπικής επιβεβαίωσης κυριαρχεί στην πολιτική συμπεριφορά. Η διαρκής προβολή του εαυτού, η αδυναμία αποδοχής της αμφισβήτησης, η ταύτιση της προσωπικής επιτυχίας με την επιτυχία της συλλογικότητας και η απαίτηση απόλυτης αφοσίωσης συγκροτούν ένα υπόδειγμα εξουσίας που μπορεί να αποδειχθεί καταστροφικό για κάθε ιδεολογικό χώρο.
Ο ηγέτης δεν ζητά πλέον συνεργάτες με ανεξάρτητη σκέψη. Αναζητεί επιβεβαίωση. Δεν επιδιώκει τη συγκρότηση προσωπικοτήτων που θα υπηρετούν μια ιδέα με ελεύθερη κρίση, αλλά τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος στο οποίο κάθε διαφωνία αντιμετωπίζεται ως απειλή και κάθε κριτική ως προσωπική προδοσία.
Ο Γκυστάβ Λε Μπον, στο έργο του Η Ψυχολογία των Μαζών, ανέλυσε τη δύναμη της υποβολής, της επανάληψης και του κύρους του ηγέτη στη συλλογική συμπεριφορά. Η διαρκής επανάληψη ενός συνθήματος μπορεί να δημιουργήσει ισχυρή συναισθηματική ταύτιση, χωρίς να συνοδεύεται από αντίστοιχη επεξεργασία των επιχειρημάτων. Η θεωρητική αυτή προσέγγιση δεν προσφέρει έτοιμες διαγνώσεις για πρόσωπα ή πολιτικούς σχηματισμούς. Προσφέρει όμως ένα χρήσιμο εργαλείο για να κατανοήσουμε πώς συγκροτείται και συντηρείται η άκριτη πολιτική αφοσίωση.
Η διαδικασία έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Γύρω από τον αρχικό πυρήνα διαμορφώνεται ένας στενός κύκλος προσώπων που αντλούν κύρος από την εγγύτητά τους στον ηγέτη. Ο κύκλος αυτός αναπαράγει τις θέσεις του, απορρίπτει την αμφισβήτηση και λειτουργεί ως μηχανισμός επιβεβαίωσης. Σταδιακά, η επιρροή του επεκτείνεται σε μια ευρύτερη πολιτική μάζα, η οποία δεν καλείται να κρίνει αλλά να ακολουθήσει.
Ο πυρηνικός αρχηγισμός δημιουργεί τον στενό κύκλο. Ο στενός κύκλος διαμορφώνει την κρίσιμη μάζα. Η κρίσιμη μάζα αναπαράγει τη λατρεία του προσώπου στο ευρύτερο πολιτικό ακροατήριο.
Αυτή είναι, κατά την άποψή μου, μία από τις σημαντικότερες ψυχολογικές διεργασίες του νεοεθνικισμού. Η ιδεολογική συνείδηση αντικαθίσταται από την προσωπική ταύτιση. Ο οπαδός δεν αναρωτιέται πλέον εάν ο αρχηγός υπηρετεί τις αρχές που διακηρύσσει. Αναζητεί τρόπους να δικαιολογήσει εκ των υστέρων κάθε του επιλογή. Ακόμη και οι αντιφάσεις μετατρέπονται σε αποδείξεις πολιτικής ευφυΐας. Η αποτυχία αποδίδεται πάντοτε σε τρίτους, ενώ η προσωπική ευθύνη εξαφανίζεται μέσα στον θόρυβο των συνθημάτων.
Αυτό το φαινόμενο δεν προϋποθέτει ότι οι συμμετέχοντες στερούνται νοημοσύνης ή ότι πάσχουν από κάποια ψυχική διαταραχή. Η πολιτική υποβολή, η ανάγκη ένταξης σε μια ομάδα και η συναισθηματική ταύτιση μπορούν να επηρεάσουν ανθρώπους διαφορετικής μόρφωσης και κοινωνικής προέλευσης. Το κρίσιμο στοιχείο είναι η σταδιακή παραίτηση από την ανεξάρτητη κρίση.
Στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα, η διαδοχή κομματικών σχηματισμών και εκλογικών επιλογών με εθνικές προσωνυμίες, όπως οι «Έλληνες», το «ΕΑΝ», οι «Ανεξάρτητοι Υποψήφιοι», οι «Σπαρτιάτες» και οι «Πατριώτες», ανέδειξε ερωτήματα για τη σχέση ιδεολογίας, πολιτικής εκπροσώπησης και προσωπικής επιρροής. Στην αλληλουχία αυτή προστίθεται πλέον και η «Συμμαχία Ελλήνων». Έξι διαφορετικές πολιτικές και εκλογικές αναφορές, που καθιστούν ακόμη πιο επιτακτικό το ερώτημα της ιδεολογικής συνέπειας. Δεν αρκεί ένας σχηματισμός να επικαλείται το Έθνος για να θεωρείται αυτομάτως συνεπής προς όσα διακηρύσσει. Ούτε αρκεί ένας αρχηγός να περιβάλλεται από εθνικά σύμβολα για να απαλλάσσεται από την υποχρέωση λογοδοσίας.
Αντιθέτως, όσο υψηλότερες είναι οι αξίες που επικαλείται ένας πολιτικός, τόσο αυστηρότερα πρέπει να κρίνεται η συμπεριφορά του.
Η πολιτική δράση μέσω αντιπροσώπων, οι μεταβαλλόμενες συμμαχίες, οι προσωπικές αντιπαραθέσεις και η επιδίωξη εκλογικής επιβίωσης αποτελούν πεδία στα οποία δοκιμάζεται η πραγματική συνέπεια κάθε πολιτικού φορέα. Εκεί φαίνεται εάν η ιδεολογία καθοδηγεί την πολιτική επιλογή ή εάν χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για να δικαιολογήσει προειλημμένες προσωπικές αποφάσεις.
Η πατριδοκαπηλία δεν περιορίζεται σε εκείνον που εκμεταλλεύεται οικονομικά ή πολιτικά ένα εθνικό σύμβολο. Εκδηλώνεται και όταν η Πατρίδα μετατρέπεται σε διαφημιστικό σύνθημα, όταν η ιστορική μνήμη χρησιμοποιείται ως μέσο προσωπικής προβολής και όταν η πίστη σε μια συλλογική ιδέα απαιτεί την κατάργηση κάθε προσωπικής κρίσης.
Δεν είναι ιδεολογική συγκρότηση η συνεχής επίκληση μεγάλων λέξεων. Δεν είναι απόδειξη συνέπειας η ένταση της φωνής. Δεν αποτελεί πολιτικό επιχείρημα η διαρκής καταγγελία των πάντων, ιδίως όταν συνοδεύεται από άρνηση κάθε αυτοκριτικής.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι άλλο. Ποιος υπηρετεί ποιον; Ο άνθρωπος την ιδέα ή η ιδέα τον άνθρωπο;
Εάν η απάντηση είναι ότι η ιδέα οφείλει να προσαρμόζεται στις προσωπικές ανάγκες του εκάστοτε αρχηγού, τότε δεν βρισκόμαστε πλέον ενώπιον μιας συνεκτικής ιδεολογικής πρότασης. Βρισκόμαστε ενώπιον ενός προσωποκεντρικού πολιτικού μηχανισμού που δανείζεται το λεξιλόγιο μιας ιδεολογίας για να εξασφαλίσει νομιμοποίηση.
Αυτή ακριβώς τη μετάλλαξη αποκαλώ μετεθνικισμό.
Υπάρχει, ασφαλώς, και η ευθύνη του πολιτικού συστήματος. Κάθε κατεστημένη εξουσία έχει συμφέρον να γνωρίζει τις αντιφάσεις, τις αδυναμίες και τις εσωτερικές συγκρούσεις των αντιπάλων της. Μπορεί να τις αξιοποιήσει πολιτικά, να τις αναδείξει επικοινωνιακά ή να επωφεληθεί από τη διάσπασή τους. Η εκτίμηση όμως ότι συγκεκριμένοι μηχανισμοί οργάνωσαν ή καθοδήγησαν μια τέτοια εξέλιξη απαιτεί στοιχεία. Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να απαλλάξουμε από την ευθύνη τους εκείνους που έλαβαν τις πραγματικές πολιτικές αποφάσεις, αποδίδοντας κάθε αποτυχία σε έναν αόρατο αντίπαλο.
Η ευθύνη δεν εξαφανίζεται επειδή κάποιος δηλώνει ότι παρασύρθηκε. Ούτε η προσωπική αφοσίωση αποτελεί άλλοθι για πράξεις και επιλογές. Όσοι αναλαμβάνουν δημόσια πολιτική δράση οφείλουν να λογοδοτούν για όσα υποστηρίζουν, για όσα πράττουν και για τις συνέπειες των αποφάσεών τους.
Η ιστορία των πολιτικών κινημάτων είναι γεμάτη από παραδείγματα όπου οι προσωπικές φιλοδοξίες υπερίσχυσαν των αρχικών διακηρύξεων. Δεν χρειάζεται να αναζητούμε πάντοτε κάποια μυστηριώδη εξήγηση. Αρκεί πολλές φορές να εξετάσουμε την απόσταση ανάμεσα στον λόγο και στην πράξη, ανάμεσα στην εξαγγελία και στην πραγματική συμπεριφορά.
Για εμένα, ο Εθνικισμός ως ιδεολογική επιλογή δεν μπορεί να ταυτίζεται με την προσωπική διαδρομή οποιουδήποτε πολιτικού. Οι άνθρωποι κρίνονται, αμφισβητούνται, αποτυγχάνουν και αντικαθίστανται. Οι αξίες που επικαλούνται δεν είναι προσωπική τους ιδιοκτησία. Δεν τις κληρονομούν ως τίτλο ευγενείας, ούτε τις μεταβιβάζουν κατά βούληση στους εκλεκτούς τους.
Η ιδεολογική συνέπεια απαιτεί χαρακτήρα, αυτογνωσία, ευθύνη και κυρίως την ικανότητα να υποτάσσεται η προσωπική φιλοδοξία σε κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό μας.
Ο νεοεθνικισμός, όπως εκδηλώνεται μέσα από την προσωπολατρία και τον άκρατο αρχηγισμό, συνιστά κατά την κρίση μου μια βαθιά ιδεολογική αντίφαση. Ο μετεθνικισμός είναι η κατάληξή της. Η διατήρηση του εξωτερικού περιβλήματος μιας ιδέας, αφού προηγουμένως έχει εγκαταλειφθεί η ουσία της.
Οι υπαίτιοι των πολιτικών επιλογών τους δεν χρειάζονται ψυχιατρικά πιστοποιητικά για να κριθούν. Χρειάζονται δημόσιο έλεγχο, αντιπαράθεση επιχειρημάτων και ιστορική αποτίμηση.
Διότι η Ιστορία δεν συγκινείται από τις ιαχές των ακολούθων, ούτε υποκλίνεται στην εικόνα ενός αρχηγού. Κρίνει τις πράξεις, τις συνέπειες και την απόσταση ανάμεσα σε όσα διακηρύχθηκαν και σε όσα πραγματικά υπηρετήθηκαν.
Όμηρος Φωτιάδης
Βιβλιογραφικές αναφορές – ΕΘΝΙΚΟ ΒΗΜΑ
Το άρθρο του Ομήρου Φωτιάδη αποτελεί ιδεολογική και πολιτικοψυχολογική προσέγγιση. Για την ευρύτερη κατανόηση της ψυχολογίας των μαζών, της πολιτικής επιρροής, της υποβολής και των μηχανισμών προπαγάνδας, παρατίθεται ενδεικτική βιβλιογραφία.
Γκυστάβ Λε Μπον (Gustave Le Bon)
Η ψυχολογία των μαζών (Psychologie des foules, 1895). Κλασικό έργο για τη συλλογική συμπεριφορά, την υποβολή, τη μίμηση, το κύρος των ηγετών και την επίδραση της επανάληψης στις μάζες.
Οι ψυχολογικοί νόμοι της εξέλιξης των λαών (Les lois psychologiques de l’évolution des peuples, 1894). Ιστορική μελέτη των αντιλήψεων του συγγραφέα για τη συλλογική ψυχολογία, την παράδοση και τη διαμόρφωση της ταυτότητας των λαών.
Γεώργιος Κ. Γεωργαλάς
Η προπαγάνδα – Μεθοδική και τεχνική της αγωγής των μαζών (1967). Έργο για τις τεχνικές πολιτικής επικοινωνίας, την προπαγάνδα και τους μηχανισμούς επηρεασμού της κοινής γνώμης.