Γράφει ο Νικόλαος Λύκος

Κάθε εποχή γεννά τα δικά της ερωτήματα. Υπάρχουν όμως ορισμένα που επιμένουν να επιστρέφουν, όσο κι αν αλλάζει ο κόσμος γύρω μας. Ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε, τι μας συνδέει με εκείνους που έζησαν πριν από εμάς και τι θα απομείνει από τον δικό μας πολιτισμό όταν εμείς δεν θα υπάρχουμε πια; Ερωτήματα που δεν απαντώνται με μια σημαία κρεμασμένη στο μπαλκόνι, ούτε με μια συγκινητική ανάρτηση την ημέρα μιας εθνικής επετείου. Απαιτούν να αναζητήσουμε τις ρίζες των ιδεών μας, να γνωρίσουμε την ιστορική τους διαδρομή και κυρίως να αναμετρηθούμε με το περιεχόμενό τους.

Στα τέλη του 18ου αιώνα και στις αρχές του 19ου, η Ευρώπη βρισκόταν μέσα σε έναν βαθύ πνευματικό και πολιτικό μετασχηματισμό. Ο Διαφωτισμός είχε αναδείξει τη λογική, τα δικαιώματα και την αντίληψη πως ο άνθρωπος διαθέτει αξία ανεξάρτητα από την καταγωγή του. Παράλληλα, μέσα από το ευρύτερο ρεύμα του Ρομαντισμού, άρχισε να αποκτά ιδιαίτερη σημασία η ιστορική και πολιτισμική φυσιογνωμία των λαών. Οι δύο αυτές πνευματικές παραδόσεις δεν υπήρξαν πάντοτε αντίπαλες. Συγκρούστηκαν σε ορισμένα ζητήματα, αλληλεπίδρασαν σε άλλα και συνέβαλαν, με διαφορετικούς τρόπους, στη διαμόρφωση της νεότερης εθνικής συνείδησης.

Μία από τις σημαντικότερες μορφές αυτής της αναζήτησης υπήρξε ο Γιόχαν Γκότφριντ Χέρντερ. Για τον Γερμανό στοχαστή, η ιστορία ενός λαού δεν μπορούσε να περιοριστεί στις πράξεις των βασιλιάδων και στις αποφάσεις των κυβερνήσεων. Ζούσε μέσα στη γλώσσα του, στα τραγούδια που περνούσαν από γενιά σε γενιά, στις παραδόσεις, στα έθιμα και στους τρόπους με τους οποίους μια κοινότητα αντιλαμβανόταν τον κόσμο. Η έννοια του Volksgeist, του πνεύματος του λαού, συνδέθηκε με αυτή την ιδιαίτερη πολιτισμική φυσιογνωμία. Ο Χέρντερ δεν διατύπωσε ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα του μεταγενέστερου πολιτικού εθνικισμού, συνέβαλε όμως αποφασιστικά στη σκέψη που αντιμετώπιζε τους λαούς ως ιστορικές κοινότητες με δική τους φωνή.

Μέσα σε εκείνο το πνευματικό περιβάλλον, η γλώσσα έπαψε να θεωρείται αποκλειστικά μέσο επικοινωνίας. Έγινε φορέας μνήμης και πολιτισμού. Τα δημοτικά τραγούδια δεν ήταν πλέον μόνο η μουσική των χωριών, αλλά μαρτυρίες μιας συλλογικής εμπειρίας. Οι μύθοι, οι παραδόσεις και οι ιστορικές αφηγήσεις απέκτησαν νέα βαρύτητα, καθώς οι λαοί αναζητούσαν μέσα από αυτά στοιχεία της ταυτότητάς τους. Η εθνική συνείδηση δεν γεννήθηκε παντού με τον ίδιο τρόπο, ούτε υπήρξε πάντοτε ενιαία. Άρχισε όμως να αποκτά μια δύναμη που σύντομα θα ξεπερνούσε τα όρια της φιλολογίας και της ιστορικής μελέτης.

Ο Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε θα δώσει σε αυτή την αναζήτηση έναν εντονότερο πολιτικό χαρακτήρα. Το 1808, μέσα στις συνθήκες της ναπολεόντειας κυριαρχίας, εκφώνησε τους περίφημους Λόγους προς το γερμανικό έθνος. Στο επίκεντρο βρέθηκε η εθνική αναγέννηση μέσω της παιδείας, της γλώσσας και της διαμόρφωσης μιας κοινής συνείδησης. Η πολιτισμική ταυτότητα συνδεόταν πλέον όλο και περισσότερο με το αίτημα της πολιτικής συγκρότησης. Στις επόμενες δεκαετίες, διαφορετικά εθνικά κινήματα θα αναζητούσαν τη δική τους θέση μέσα στην Ευρώπη, άλλοτε διεκδικώντας ανεξαρτησία και άλλοτε ενοποίηση.

Όμως εδώ οφείλουμε να κάνουμε μια ουσιαστική ιστορική διάκριση. Η γέννηση του νεότερου ευρωπαϊκού εθνικισμού δεν σημαίνει και γέννηση των ίδιων των εθνών από το μηδέν. Ιδιαίτερα στην περίπτωση του Ελληνισμού, η ιστορική διαδρομή προηγείται κατά πολλούς αιώνες των ιδεολογικών ρευμάτων της νεότερης Ευρώπης. Από τις πόλεις της αρχαιότητας και τον ελληνιστικό κόσμο έως τη μακραίωνη παρουσία της ελληνικής γλώσσας στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και στις κοινότητες της οθωμανικής περιόδου, διακρίνουμε μορφές πολιτισμικής συνέχειας, ιστορικής μνήμης και συλλογικής ταυτότητας. Δεν έμειναν όλα αμετάβλητα. Άλλαξαν οι πολιτειακές μορφές, οι κοινωνικές συνθήκες, οι αυτοπροσδιορισμοί και οι αντιλήψεις για την κοινότητα. Ο Ελληνισμός όμως δεν περίμενε τον 19ο αιώνα για να αποκτήσει ιστορία, γλώσσα και συνείδηση της ιδιαίτερης παρουσίας του.

Και αν αναζητούμε μια ζωντανή μαρτυρία αυτής της ιστορικής αυτοσυνειδησίας, αρκεί να σταθούμε σε μια συγκλονιστική συνομιλία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη με τον Βρετανό αξιωματικό Χάμιλτον. Μετά την κατάληψη του Ναυπλίου, ο Άγγλος πρότεινε στους επαναστατημένους Έλληνες να επιδιώξουν συμβιβασμό με την οθωμανική εξουσία, με τη μεσολάβηση της Αγγλίας. Ο Γέρος του Μοριά αρνήθηκε και, για να εξηγήσει τη στάση του, γύρισε τον συνομιλητή του πίσω στους αιώνες. Θύμισε τον τελευταίο αυτοκράτορα που έπεσε χωρίς να συνθηκολογήσει και περιέγραψε τους κλέφτες ως τη φρουρά που συνέχισε τον αγώνα, με τη Μάνη, το Σούλι και τα βουνά να συμβολίζουν στην αφήγησή του τις εστίες της ανυπότακτης ζωής.

Δεν ήταν μια ιστορική πραγματεία η απάντησή του. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο ένας αγωνιστής του 1821 αντιλαμβανόταν τη συνέχεια ανάμεσα στην πτώση της Κωνσταντινούπολης και στον δικό του αγώνα. Στο μυαλό του Κολοκοτρώνη, η Ιστορία δεν είχε σταματήσει το 1453 για να αρχίσει ξανά το 1821. Ανάμεσα στις δύο χρονολογίες υπήρχαν γενιές ανθρώπων, κοινότητες, παραδόσεις, αγώνες και μνήμες. Αυτή η αντίληψη δεν αναιρεί την ιστορική πραγματικότητα της οθωμανικής κυριαρχίας. Φανερώνει όμως πόσο βαθιά μπορούσε να λειτουργεί η συνείδηση της συνέχειας ακόμη και πριν από τη συγκρότηση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Η Επανάσταση του 1821 δεν προέκυψε, λοιπόν, ως απλή αντανάκλαση του ευρωπαϊκού Ρομαντισμού. Είχε πίσω της τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό, τις ελληνικές κοινότητες, την Ορθόδοξη παράδοση, την οικονομική και πνευματική δραστηριότητα της διασποράς, τις πολιτικές ιδέες της εποχής και την εμπειρία της οθωμανικής κυριαρχίας. Ο ευρωπαϊκός φιλελληνισμός έδωσε στον ελληνικό αγώνα ξεχωριστή διεθνή απήχηση. Η αρχαία Ελλάδα ζωντάνευε στη φαντασία των Ευρωπαίων λογίων και καλλιτεχνών, ενώ μορφές όπως ο Λόρδος Βύρων συνέδεσαν το όνομά τους με την ελληνική υπόθεση. Οι Έλληνες όμως δεν αγωνίστηκαν επειδή κάποιοι Ευρωπαίοι ανακάλυψαν ξανά τον Πλάτωνα και τον Περικλή. Αγωνίστηκαν μέσα από τις δικές τους ιστορικές εμπειρίες και διεκδικήσεις, σε έναν κόσμο όπου οι ιδέες της ελευθερίας και της εθνικής αυτοδιάθεσης αποκτούσαν νέα πολιτική δύναμη.

Αργότερα, ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος θα συμβάλει καθοριστικά στη συγκρότηση μιας ενιαίας ιστορικής αφήγησης του Ελληνισμού, συνδέοντας την αρχαιότητα, τη βυζαντινή περίοδο και τη νεότερη Ελλάδα. Η ιστορική συνέχεια δεν αποτελούσε πλέον μόνο αντικείμενο αναζήτησης. Γινόταν βασικό στοιχείο της εθνικής αυτογνωσίας. Ένας λαός που είχε αποκτήσει ανεξάρτητο κράτος αναζητούσε τον τρόπο να κατανοήσει ολόκληρη την ιστορική του διαδρομή, μαζί με τις συνέχειες, τις μεταβολές και τις αντιφάσεις της.

Και εδώ, αρκετές δεκαετίες αργότερα, συναντούμε μια ιδιαίτερη μορφή της ελληνικής πολιτικής σκέψης. Τον Ίωνα Δραγούμη.

Ο Δραγούμης έζησε σε μια εποχή κατά την οποία ο Ελληνισμός εκτεινόταν πολύ πέρα από τα σύνορα του ελληνικού βασιλείου. Στη Μακεδονία, στην Κωνσταντινούπολη, στη Μικρά Ασία και σε πολλές ακόμη περιοχές υπήρχαν ελληνικές κοινότητες με δική τους κοινωνική και πολιτισμική ζωή. Η εμπειρία του ως διπλωμάτη, η συμμετοχή του στους εθνικούς αγώνες της εποχής και η προσωπική του αναζήτηση διαμόρφωσαν μια σκέψη στην οποία το Έθνος δεν ταυτιζόταν αυτομάτως με τον κρατικό μηχανισμό. Το Κράτος μπορούσε να αποτελέσει όργανο προστασίας και πολιτικής οργάνωσης, δεν εξαντλούσε όμως ολόκληρη την ιστορική ύπαρξη του Ελληνισμού.

Στο έργο του Ελληνικός Πολιτισμός, όπως και σε άλλα κείμενά του, η σημασία της κοινότητας, της γλώσσας και της δημιουργικής ζωής του λαού κατέχει ξεχωριστή θέση. Ο Δραγούμης δεν υπήρξε ένας στοχαστής χωρίς αντιφάσεις, ούτε οι απόψεις του μπορούν να μεταφερθούν αυτούσιες στη σημερινή εποχή. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο ερώτημα που έθεσε με ιδιαίτερη ένταση. Τι απομένει από ένα Έθνος όταν η πολιτισμική του ζωή ατονεί, ακόμη κι αν το Κράτος εξακολουθεί να υπάρχει; Ένα ερώτημα που ξεπερνά την εποχή του και μας καλεί να σκεφτούμε τη σχέση ανάμεσα στους θεσμούς, στην κοινωνία και στην ιστορική μνήμη.

Από τον Χέρντερ και τον Φίχτε έως την ελληνική ιστορική εμπειρία και τον Δραγούμη, δεν υπάρχει μία ενιαία, αδιάσπαστη θεωρητική γραμμή. Υπάρχουν διαφορετικές εποχές, πολιτικές αντιλήψεις και ιστορικές συνθήκες. Υπάρχει όμως ένα κοινό πεδίο προβληματισμού. Η προσπάθεια να κατανοηθεί πώς ένας λαός αποκτά συνείδηση της ιδιαίτερης ιστορικής του παρουσίας και πώς αυτή η συνείδηση επηρεάζει τις πολιτικές του επιλογές.

Η πορεία του εθνικισμού στους δύο επόμενους αιώνες υπήρξε σύνθετη και διαφορετική από χώρα σε χώρα. Δεν είναι όλες οι ιστορικές του εκδοχές ταυτόσημες, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί η ελληνική εμπειρία αποκλειστικά μέσα από τις πολιτικές επιλογές άλλων λαών. Για τον δικό μας προβληματισμό, εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η σχέση της εθνικής συνείδησης με την ιστορική γνώση, την πολιτισμική δημιουργία και την ευθύνη απέναντι στο μέλλον. Διότι μια ιδέα δεν αποκτά ουσία μόνο από το παρελθόν που επικαλείται, αλλά και από όσα μπορεί να προσφέρει στο παρόν.

Και φτάνουμε στο σήμερα. Σε μια εποχή όπου ο άνθρωπος έχει πρόσβαση σε περισσότερη πληροφορία από οποιαδήποτε προηγούμενη γενιά, αλλά η ταχύτητα με την οποία την καταναλώνει συχνά αφήνει ελάχιστο χώρο για μελέτη και αμφισβήτηση. Η ιστορία χωρά σε ένα βίντεο λίγων δευτερολέπτων, μια πολύπλοκη πολιτική διαφωνία μετατρέπεται σε σύνθημα και μια ολόκληρη ιδεολογική παράδοση μπορεί να παρουσιαστεί μέσα από μια εικόνα που συγκεντρώνει χιλιάδες αντιδράσεις. Τα κοινωνικά δίκτυα δεν δημιούργησαν την επιφανειακή πολιτική σκέψη, της πρόσφεραν όμως νέα ταχύτητα, έκταση και επιρροή.

Σκέφτομαι την αντίθεση. Κάποτε άνθρωποι ταξίδευαν από τόπο σε τόπο για να συλλέξουν ένα δημοτικό τραγούδι, να καταγράψουν μια παράδοση, να διασώσουν ένα χειρόγραφο ή να αναζητήσουν την ιστορία μιας ξεχασμένης κοινότητας. Σήμερα μπορούμε να ανοίξουμε από το κινητό μας ολόκληρες ψηφιακές βιβλιοθήκες, να διαβάσουμε ιστορικές πηγές που άλλοτε ήταν προσιτές σε ελάχιστους και να γνωρίσουμε τον πολιτισμό μας με δυνατότητες που οι προηγούμενες γενιές δεν μπορούσαν ούτε να φανταστούν. Κι όμως, συχνά προτιμούμε την εύκολη εικόνα από τη δύσκολη γνώση. Έχουμε στα χέρια μας τα εργαλεία μιας πνευματικής αναγέννησης και κινδυνεύουμε να τα περιορίσουμε σε μηχανές αναπαραγωγής συνθημάτων.

Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο παράδοξο της εποχής μας. Η συνεχής επίκληση της ιστορίας δεν συνοδεύεται πάντοτε από την αντίστοιχη διάθεση να τη γνωρίσουμε. Μιλάμε για τους προγόνους, αλλά πόσο συχνά μελετούμε τις πραγματικές συνθήκες μέσα στις οποίες έζησαν; Επικαλούμαστε τη γλώσσα, αλλά πόση φροντίδα δείχνουμε για την καλλιέργειά της; Υπερασπιζόμαστε στα λόγια την ιστορική μνήμη, ενώ αφήνουμε τη γνώση της να περιορίζεται σε επετείους, πρόχειρες αναρτήσεις και αποσπασματικές αναφορές;

Εδώ βρίσκεται η απόσταση ανάμεσα στην ιστορική συνείδηση και στην πολιτική ταυτότητα που καταναλώνεται ως εικόνα. Η πρώτη απαιτεί χρόνο, γνώση, αυτοκριτική και προσωπική ευθύνη. Η δεύτερη μπορεί να εξαντληθεί σε ένα σύνθημα, σε μια διαδικτυακή αντιπαράθεση ή στην ανάγκη να αποδείξει κάποιος δημοσίως σε ποια πλευρά ανήκει. Και αυτό το φαινόμενο δεν περιορίζεται σε έναν συγκεκριμένο ιδεολογικό χώρο. Αποτελεί ευρύτερο χαρακτηριστικό της σύγχρονης πολιτικής επικοινωνίας.

Το ουσιαστικό ζήτημα, επομένως, δεν είναι πόσο συχνά μιλά κανείς για το Έθνος, αλλά τι περιεχόμενο δίνει στις λέξεις του. Τι σημαίνει στην πράξη η προστασία της γλώσσας; Πώς διατηρείται ένας ζωντανός πολιτισμός χωρίς να μετατρέπεται σε μουσειακό έκθεμα; Με ποιον τρόπο μια κοινωνία αντιμετωπίζει τη δημογραφική της συρρίκνωση, ενισχύει την παιδεία, αναπτύσσει την παραγωγή της και προετοιμάζεται για τις τεχνολογικές και γεωπολιτικές προκλήσεις; Πώς συνδέονται οι ιστορικές αναφορές με τις ανάγκες των ανθρώπων που ζουν σήμερα, εργάζονται, δημιουργούν οικογένειες και προσπαθούν να σχεδιάσουν το μέλλον τους;

Αυτά τα ερωτήματα δεν απαντώνται με την ένταση της φωνής. Χρειάζονται μελέτη της οικονομίας, κατανόηση των διεθνών σχέσεων, γνώση της ιστορίας χωρίς βολικές παραλείψεις και ικανότητα να αναγνωρίζουμε ακόμη και τις αδυναμίες της δικής μας κοινωνίας. Μια ιδεολογική αντίληψη που διεκδικεί θέση στον 21ο αιώνα οφείλει να εξηγεί όχι μόνο τι επιθυμεί να διατηρήσει από το παρελθόν, αλλά και ποιο μέλλον προτείνει. Διαφορετικά κινδυνεύει να γίνει μια διαρκής αναπόληση, αποκομμένη από την πραγματική ζωή.

Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο, πέρα από τις θεωρίες, τα ιστορικά βιβλία και τις πολιτικές διακηρύξεις. Η σχέση του ανθρώπου με τον τόπο του δεν δοκιμάζεται μόνο στις μεγάλες στιγμές της Ιστορίας. Δοκιμάζεται καθημερινά. Στον τρόπο που αντιμετωπίζει τη μόρφωσή του, στην ευθύνη που αναλαμβάνει απέναντι στην κοινότητά του, στον σεβασμό προς τη γλώσσα και την πολιτιστική κληρονομιά, στην προθυμία να προσφέρει κάτι που δεν θα έχει αποκλειστικά προσωπικό όφελος. Εκεί, μακριά από τα χειροκροτήματα και τις οθόνες, αποκτούν ουσιαστικό περιεχόμενο οι μεγάλες λέξεις.

Γιατί το να αγαπάς το Έθνος και την Πατρίδα είναι θεωρητικά το εύκολο μέρος. Το δύσκολο είναι να αισθάνεσαι ότι τους χρωστάς κάτι. Να μη θεωρείς την ιστορία της προσωπικό σου παράσημο, αλλά μια κληρονομιά που χρειάζεται γνώση και φροντίδα. Να μπορείς να διακρίνεις την πραγματική προσφορά από την αυτοπροβολή, τη δημιουργία από τη διαρκή αγανάκτηση, την ευθύνη από την ευκολία της καταγγελίας. Να μη μετράς την αξία της δικής σου παρουσίας από τον θόρυβο που προκάλεσες, αλλά από όσα κατάφερες να αφήσεις πίσω σου.

Σκέφτομαι συχνά πως οι γενιές που θα έρθουν δεν θα γνωρίζουν τις περισσότερες από τις σημερινές αντιπαραθέσεις μας. Δεν θα θυμούνται ποιος κέρδισε μια διαδικτυακή διαμάχη, ποια ανάρτηση συγκέντρωσε περισσότερα χειροκροτήματα ή ποιος διακήρυξε με μεγαλύτερη ένταση την αγάπη του για την Ελλάδα. Θα ζήσουν όμως μέσα στον κόσμο που εμείς θα τους παραδώσουμε. Θα περπατούν στις πόλεις μας, θα μιλούν τη γλώσσα που τους διδάξαμε, θα κληρονομήσουν τους θεσμούς που διαμορφώσαμε και θα αναμετρηθούν με τις δυνατότητες και τα προβλήματα που αφήσαμε άλυτα.

Κάπου εκεί συναντιούνται το παρελθόν και το μέλλον. Ο Ρομαντικός Εθνικισμός αναζήτησε στη γλώσσα, στην ιστορία και στον πολιτισμό απαντήσεις για την ταυτότητα των λαών. Η ελληνική ιστορική εμπειρία μάς θυμίζει ότι η συλλογική μνήμη μπορεί να επιβιώνει μέσα από βαθιές πολιτικές και κοινωνικές μεταβολές. Η δική μας εποχή, με όλες τις αντιφάσεις και τις νέες δυνατότητές της, καλείται να εξετάσει τι μπορεί να κάνει με αυτή την ιστορική κληρονομιά. Η γνώση του παρελθόντος δεν εγγυάται από μόνη της ένα καλύτερο αύριο, όπως και η επίκληση της εθνικής ταυτότητας δεν υποκαθιστά την ανάγκη για πολιτική σκέψη και κοινωνική δημιουργία.

Γιατί ένας λαός δεν εξασφαλίζει το μέλλον του απλώς διακηρύσσοντας ποιος υπήρξε. Το διαμορφώνει μέσα από όσα γνωρίζει, όσα δημιουργεί και όσα επιλέγει να παραδώσει στις γενιές που έρχονται.

Βιβλιογραφικές αναφορές και ιστορικές πηγές – ΕΘΝΙΚΟ ΒΗΜΑ

Για την ιστορική και φιλοσοφική προσέγγιση του άρθρου παρατίθενται ενδεικτικά τα ακόλουθα έργα.

Γιόχαν Γκότφριντ Χέρντερ (Johann Gottfried Herder)

Ιδέες για τη φιλοσοφία της ιστορίας της ανθρωπότητας (Ideen zur Philosophie der Geschichte der Menschheit, 1784–1791). Θεμελιώδες έργο για την ιστορική και πολιτισμική ιδιαιτερότητα των λαών.

Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε (Johann Gottlieb Fichte)

Λόγοι προς το γερμανικό έθνος (Reden an die deutsche Nation, 1808). Έργο που συνδέει την παιδεία, τη γλώσσα και την εθνική αναγέννηση μέσα στις συνθήκες της ναπολεόντειας κυριαρχίας.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης – Γεώργιος Τερτσέτης

Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής Φυλής (1846). Πρωτογενής ιστορική μαρτυρία για τη ζωή και τη δράση του Κολοκοτρώνη, όπως καταγράφηκε από τον Τερτσέτη. Περιλαμβάνει τη συνομιλία με τον Βρετανό αξιωματικό Χάμιλτον και την αναφορά στη Μάνη, στο Σούλι και στους κλέφτες ως φορείς της ιστορικής συνέχειας του αγώνα.

Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς (1860–1874). Κεντρικό έργο για τη διαμόρφωση της νεότερης ιστοριογραφικής αφήγησης που συνδέει την αρχαιότητα, το Βυζάντιο και τον νεότερο Ελληνισμό.

Ίων Δραγούμης

Μαρτύρων και Ηρώων Αίμα (1907). Έργο συνδεδεμένο με τη μακεδονική εμπειρία, την εθνική συνείδηση και τη δράση των ελληνικών κοινοτήτων.

Ελληνικός Πολιτισμός (1914). Πολιτικός και πολιτισμικός στοχασμός για τον Ελληνισμό, την κοινότητα και τη σχέση Έθνους και Κράτους.

Από Nikolaos.L

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *