Υπάρχουν στιγμές που ένα Έθνος καλείται να αποφασίσει πόσο αξίζει η ελευθερία του. Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, η Ελλάδα έδωσε την απάντησή της και οι Έλληνες την υπερασπίστηκαν με το αίμα τους.

Το ΟΧΙ υπήρξε η κορύφωση μιας έντονης περιόδου ιταλικών προκλήσεων και επίμονων προσπαθειών να παραμείνει η χώρα έξω από τον πόλεμο. Όταν επιδόθηκε το τελεσίγραφο, η ελληνική ηγεσία βρέθηκε μπροστά σε μια απαίτηση που έθιγε την ίδια την υπόσταση της ανεξάρτητης Ελλάδας: να επιτρέψει σε ξένο στρατό να καταλάβει θέσεις στην επικράτειά της.

Στις 15 Αυγούστου 1940, το ιταλικό υποβρύχιο «Ντελφίνο» τορπίλισε το καταδρομικό «Έλλη», αγκυροβολημένο στην Τήνο για τον εορτασμό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Η Ελλάδα δεν είχε ακόμη εμπλακεί στον πόλεμο και επιδίωκε να διατηρήσει την ουδετερότητά της. Παρ’ όλα αυτά, ένα πολεμικό της πλοίο χτυπήθηκε σε καιρό ειρήνης, ανήμερα της Παναγίας.

Ο τορπιλισμός συντάραξε την ελληνική κοινή γνώμη. Η κυβέρνηση Μεταξά απέφυγε τη δημόσια κατονομασία της Ιταλίας ως υπεύθυνης, επιδιώκοντας να αποτρέψει την άμεση σύγκρουση παρά τις συνεχιζόμενες ιταλικές επιθέσεις και προκλήσεις.

Η αυτοσυγκράτηση της Αθήνας όμως δεν ανέκοψε τις επιδιώξεις της Ρώμης και του Μουσολίνι, που οραματιζόταν μια νέα Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία με επίκεντρο τη Μεσόγειο. Η Έλλη είχε ήδη φανερώσει πόσο επισφαλής ήταν αυτή η ειρήνη.

Ο Μεταξάς και η δύσκολη ισορροπία της ουδετερότητας

Ο χαρακτηρισμός «αγγλόφιλος», όταν χρησιμοποιείται ως συνολική εξήγηση της πολιτικής του Μεταξά, παρακάμπτει την προσπάθειά του να αποφύγει την ελληνική εμπλοκή.

Ο ίδιος θεωρούσε τη σχέση με τη Βρετανία αναγκαία για την ασφάλεια της χώρας λόγω της γεωγραφικής της θέσης και της βρετανικής τότε ισχύος στη Μεσόγειο. Παράλληλα, επιδίωκε να κρατήσει την Ελλάδα εκτός της σύγκρουσης. Η επιδίωξη ουδετερότητας ήταν πραγματική, παρότι συνυπήρχε με στρατηγικό προσανατολισμό προς το Λονδίνο.

Σημαντικές όμως παρέμεναν και οι σχέσεις με τη Γερμανία. Το Βερολίνο είχε υποδεχθεί θετικά την εγκαθίδρυση της 4ης Αυγούστου, ενώ τις δύο χώρες συνέδεαν ισχυροί εμπορικοί δεσμοί και υπήρχαν ιδεολογικές συγγένειες μεταξύ των καθεστώτων τους. Καθώς η ιταλική επεκτατικότητα εντεινόταν, οι ελληνικές επιλογές στρέφονταν περισσότερο προς τη Βρετανία.

Η προσοχή του Μεταξά απέναντι στον κίνδυνο γενίκευσης του πολέμου διατηρήθηκε ακόμη και μετά την ιταλική εισβολή. Αντιμετώπισε με επιφύλαξη την αποστολή περιορισμένων βρετανικών χερσαίων δυνάμεων, εκτιμώντας ότι μπορούσαν να επισπεύσουν τη γερμανική επέμβαση χωρίς να επαρκούν για την αποτελεσματική άμυνα της χώρας.

Η αποφυγή του πολέμου αποτελούσε εξαρχής τον αντικειμενικό του στρατηγικό σκοπό. Η αποδοχή ξένης κατοχής ελληνικού εδάφους όμως ξεπερνούσε κατά πολύ το όριο οποιουδήποτε συμβιβασμού.

«Alors, c’est la guerre»

Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο Ιταλός πρεσβευτής Εμανουέλε Γκράτσι επέδωσε στον Ιωάννη Μεταξά το τελεσίγραφο της κυβέρνησης Μουσολίνι. Η απαίτηση ήταν να επιτραπεί στις ιταλικές ένοπλες δυνάμεις να καταλάβουν στρατηγικά σημεία επί του ελληνικού εδάφους.

Ο Μεταξάς απάντησε στα γαλλικά:

«Alors, c’est la guerre».

«Λοιπόν, έχουμε πόλεμο».

Αυτή η απόρριψη πέρασε στην ιστορική μνήμη ως το ΟΧΙ των Ελλήνων. Την ιστορική ευθύνη της απόφασης ανέλαβε ο ίδιος ο Ιωάννης Μεταξάς. Την ένοπλη υπεράσπισή της ανέλαβαν οι Ένοπλες Δυνάμεις, με τη στήριξη και τη συμμετοχή του ελληνικού λαού.

Η αναγνώριση του ρόλου της ηγεσίας και η τιμή προς όσους πολέμησαν συνθέτουν την ιστορία εκείνης της ημέρας. Η Ελλάδα του 1940 είχε και η ίδια εθνικιστικό δικτατορικό καθεστώς. Η 4η Αυγούστου πρόβαλλε το Έθνος, την πειθαρχία και την εθνική αναγέννηση, υιοθετώντας στοιχεία από τα αυταρχικά πρότυπα της εποχής. Έντονος εθνικισμός χαρακτήριζε επίσης τη φασιστική Ιταλία και τη ναζιστική Γερμανία, χωρίς αυτό να καθιστά τα τρία πολιτικά συστήματα ταυτόσημα.

Οι συγγένειες αυτές δεν απέτρεψαν την επίθεση ούτε μπορούσαν να δικαιολογήσουν την υποταγή που απαιτούσε ο υπέρμετρα φιλόδοξος Μουσολίνι. Για την ελληνική πλευρά, το διακύβευμα ήταν η υπεράσπιση του Έθνους και της Πατρίδας απέναντι στον εισβολέα.

Στον εθνικό αγώνα συναντήθηκαν Έλληνες διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων και πολιτικών πεποιθήσεων.

Η συμμετοχή Ελλήνων διαφορετικών πολιτικών πεποιθήσεων στον αγώνα δεν αναιρεί τις αντιφάσεις της κομματικής καθοδήγησης. Παρότι ο Ζαχαριάδης αρχικά κάλεσε σε υποστήριξη της αντίστασης στην ιταλική εισβολή, η «Παλαιά Κεντρική Επιτροπή» του ΚΚΕ, στο μανιφέστο της 7ης Δεκεμβρίου 1940, αμφισβητούσε τον πατριωτικό χαρακτήρα του πολέμου και καλούσε τους στρατιώτες να αρνηθούν τη συνέχιση των επιχειρήσεων πέρα από τα ελληνικά σύνορα, προκρίνοντας ειρήνη και προσανατολισμό προς την ΕΣΣΔ. Οι θέσεις αυτές διατυπώνονταν ενώ παρέμενε σε ισχύ το γερμανοσοβιετικό Σύμφωνο Μολότοφ–Ρίμπεντροπ.

Όλους αυτούς τους Έλληνες ένωνε η ανάγκη να προστατεύσουν τον τόπο τους, τις οικογένειές τους και το δικαίωμα να ορίζουν το μέλλον τους.

Στην Ήπειρο και στην Πίνδο, οι ελληνικές δυνάμεις αντιμετώπισαν την ιταλική εισβολή. Από τις 14 Νοεμβρίου 1940, ο Ελληνικός Στρατός πέρασε στη γενική αντεπίθεση, μεταφέροντας τις επιχειρήσεις στο αλβανικό έδαφος, προελαύνοντας στη Βόρεια Ήπειρο και απελευθερώνοντας πόλεις και περιοχές της.

Πίσω από τις κινήσεις στους χάρτες υπήρχαν άνθρωποι που δοκιμάζονταν καθημερινά στις σκληρές συνθήκες του μετώπου: στρατιώτες και αξιωματικοί στις θέσεις μάχης, υγειονομικοί δίπλα στους τραυματίες, άμαχοι που στήριζαν τον ανεφοδιασμό. Με οργάνωση, πειθαρχία, αντοχή και θυσίες γράφτηκε το έπος του 1940.

Η 28η Οκτωβρίου τιμά την ιστορική απόφαση της άρνησης των Ελλήνων να δεχθούν τον εκβιασμό και να παραδώσουν την Πατρίδα τους.

Στις 6 Απριλίου 1941, η γερμανική επίθεση άνοιξε νέα φάση του πολέμου. Η μικρή αλλά περήφανη Ελλάδα αντιμετώπισε πρώτα την Ιταλία και στη συνέχεια τη Γερμανία, υπερασπιζόμενη την ανεξαρτησία της.

Το χρέος των ζωντανών

Ογδόντα έξι χρόνια μετά, η επέτειος θέτει ένα ερώτημα στη δική μας γενιά:

Με ποια προετοιμασία, ποια μέσα και ποια αποφασιστικότητα υπερασπιζόμαστε όσα αποκαλούμε αδιαπραγμάτευτα;

Η εθνική κυριαρχία χρειάζεται ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, παραγωγικές δυνατότητες, κοινωνική συνοχή και εθνική ηγεσία που αναλαμβάνει ευθύνες. Η ιστορία μάς βοηθά να κατανοούμε το κόστος της ανεξαρτησίας και να κρίνουμε σοβαρά τις απαιτήσεις της εποχής μας.

Το ΟΧΙ μάς καλεί να μετράμε την απόσταση ανάμεσα στα επετειακά λόγια και στην καθημερινή προετοιμασία της Πατρίδας.

Εκείνοι αρνήθηκαν να παραδώσουν την Πατρίδα τους. Εμείς οφείλουμε να εξασφαλίσουμε ότι τα παιδιά μας θα συνεχίσουν την πορεία του Έθνους, παραλαμβάνοντας μια Ελλάδα ελεύθερη, κυρίαρχη και ισχυρή.

ΕΘΝΙΚΟ ΒΗΜΑ

Από Nikolaos.L

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *