28 Οκτωβρίου 2018 – 28 Οκτωβρίου 2026. Οκτώ χρόνια από τη ματωμένη εκείνη ημέρα στους Βουλιαράτες. Οκτώ χρόνια από τότε που ένας Έλληνας που λάτρευε την πατρίδα και τη γαλανόλευκη έπεσε νεκρός από τα πυρά των αλβανικών ειδικών δυνάμεων. Τα λόγια του παραμένουν ζωντανά και μαζί τους παραμένει ζωντανή η μνήμη του.

Υπάρχουν άνθρωποι που περνούν από αυτή τη ζωή αθόρυβα και άλλοι που αφήνουν πίσω τους κάτι πολύ μεγαλύτερο από τη σύντομη παρουσία τους πάνω στη γη. Αφήνουν μια μνήμη που αρνείται να σβήσει, μια φωνή που συνεχίζει να ακούγεται και ένα όνομα που γίνεται σύμβολο για χιλιάδες ανθρώπους που μοιράζονται τις ίδιες αγωνίες και την ίδια αγάπη για την πατρίδα.

Ο Κωνσταντίνος Κατσίφας ήταν ένας από αυτούς.

Στις 28 Οκτωβρίου 2018, ανήμερα της μεγάλης εθνικής επετείου, ο 35χρονος Έλληνας της Βορείου Ηπείρου έπεσε νεκρός στους Βουλιαράτες από τα πυρά των ειδικών δυνάμεων RENEA της αλβανικής αστυνομίας. Εκείνη την ημέρα που ο Ελληνισμός τιμούσε το έπος του 1940 και τους νεκρούς του, μια νέα τραγωδία γράφτηκε στον ίδιο ιστορικό τόπο. Στη γη όπου αναπαύονται Έλληνες στρατιώτες που πολέμησαν για την ελευθερία της πατρίδας και όπου η ελληνική γλώσσα, η Ορθοδοξία και η γαλανόλευκη εξακολουθούν να αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της ζωής μιας ιστορικής ελληνικής κοινότητας.

Ο Κωνσταντίνος δεν ήταν ένας άνθρωπος που έκρυβε όσα πίστευε. Ήταν Έλληνας εθνικιστής και το δήλωνε χωρίς περιστροφές. Αγαπούσε την πατρίδα του με πάθος, υπερασπιζόταν την ελληνικότητα της Βορείου Ηπείρου και αρνιόταν να αντιμετωπίσει την ιστορία των προγόνων του σαν κάτι ξεχασμένο. Για εκείνον η ελληνική σημαία δεν ήταν ένα κομμάτι ύφασμα αλλά η μνήμη των νεκρών, η ιστορία του τόπου του και η συνέχεια των γενεών που κράτησαν ζωντανή την ελληνική τους συνείδηση.

Σε παλαιότερη ανάρτησή του στο Facebook είχε περιγράψει τη συγκίνηση που ένιωθε όταν ύψωνε τη σημαία στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Μιλούσε για εκείνη την ιερή στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος ενώνεται με τους προγόνους του και αντιλαμβάνεται ότι η ιστορική κληρονομιά περνά πλέον στα δικά του χέρια. Δεν ήταν μια συνηθισμένη επετειακή αναφορά. Ήταν η εξομολόγηση ενός ανθρώπου που αισθανόταν ότι ανήκει σε μια ιστορική αλυσίδα την οποία είχε χρέος να μη διακόψει.

Γιατί η πατρίδα δεν είναι μόνο το χώμα που πατάμε. Είναι και οι άνθρωποι που περπάτησαν πριν από εμάς πάνω σε αυτό, οι τάφοι τους, οι αγώνες και οι θυσίες τους. Είναι η γλώσσα που μας παρέδωσαν και η πίστη που κράτησαν ζωντανή ακόμη και στις πιο δύσκολες εποχές. Ο Κωνσταντίνος καταλάβαινε αυτόν τον δεσμό βαθιά και δεν αντιμετώπιζε την ελληνικότητα ως μια τυπική ιδιότητα που αναγράφεται σε κάποιο δημόσιο έγγραφο. Την αισθανόταν ως προσωπική ευθύνη.

Λίγες εβδομάδες πριν από τον θάνατό του είχε δημοσιεύσει βίντεο από τον Κόζιακα πάνω από τους Βουλιαράτες. Η ελληνική σημαία κυμάτιζε δίπλα σε έναν σταυρό στις πλαγιές του βουνού. Η εικόνα ήταν απλή και συνάμα συγκλονιστική. Ένας σταυρός, μια γαλανόλευκη και τα βουνά της Ηπείρου συνέθεταν έναν ολόκληρο κόσμο από πίστη, ιστορία και εθνική μνήμη.

Στην ανάρτηση εκείνη επικαλούνταν και τον Εθνικό Ύμνο, συνδέοντας την ελληνική γη με τους αγώνες των προηγούμενων γενεών. Ήταν ένας ακόμη τρόπος να δηλώσει ότι η ελληνική του ταυτότητα δεν μπορούσε να αποχωριστεί από τον τόπο όπου γεννήθηκε.

Σε μια άλλη παλαιότερη ανάρτησή του είχε εκφράσει την πεποίθηση ότι η ελευθερία δεν προσφέρεται ως δώρο αλλά κατακτάται μέσα από τον αγώνα. Η αντίληψη αυτή διαπερνούσε τον δημόσιο λόγο του. Ήταν η δική του απάντηση στον φόβο της αφομοίωσης και στην αγωνία για το μέλλον των Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου.

Όμως οι τελευταίες ημέρες πριν από τον θάνατό του είναι εκείνες που σήμερα προκαλούν τη μεγαλύτερη συγκίνηση.

Στις 22 Οκτωβρίου 2018, μόλις έξι ημέρες πριν από την τραγωδία, καλούσε τους Έλληνες να παραστούν στο μνημόσυνο των πεσόντων του Ελληνοϊταλικού Πολέμου στο στρατιωτικό νεκροταφείο των Βουλιαρατών. Για τον ίδιο η τιμή προς τους νεκρούς του 1940 δεν ήταν μια απλή επετειακή υποχρέωση αλλά χρέος απέναντι σε εκείνους που πολέμησαν και δεν επέστρεψαν ποτέ στις οικογένειές τους.

Ολοκλήρωνε το κάλεσμά του με λόγια που σήμερα προκαλούν ανατριχίλα.

«Και τη μνήμη σας το Έθνος χαιρετά γονατιστό».

Ποιος θα μπορούσε τότε να φανταστεί ότι λίγες ημέρες αργότερα θα ήταν ο ίδιος νεκρός; Ότι ο άνθρωπος που καλούσε τους συμπατριώτες του να τιμήσουν τους πεσόντες θα γινόταν και ο ίδιος αντικείμενο εθνικού πένθους για τόσους Έλληνες; Η 28η Οκτωβρίου θα αποκτούσε για την οικογένειά του και τους Βουλιαράτες μια ακόμη τραγική ανάμνηση.

Την επόμενη ημέρα, στις 23 Οκτωβρίου, ο λόγος του έγινε περισσότερο πολιτικός. Ο Κωνσταντίνος κατήγγειλε τις επιλογές των τότε κυβερνήσεων της Ελλάδας και της Αλβανίας, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι αποφάσεις που αφορούσαν τον Βορειοηπειρωτικό Ελληνισμό λαμβάνονταν χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων των ανθρώπων που ζούσαν εκεί. Δεν ήθελε να βλέπει τους συμπατριώτες του να σιωπούν ούτε μια νεολαία αποκομμένη από την ιστορία της. Ήθελε να βλέπει τους Έλληνες της Βορείου Ηπείρου όρθιους, με αυτοπεποίθηση και συναίσθηση της καταγωγής τους.

Η γλώσσα του ήταν σκληρή και ο λόγος του απόλυτος. Όμως η αγωνία του για το μέλλον της ελληνικής κοινότητας ήταν εμφανής. Δεν έγραφε σαν κάποιος που παρακολουθούσε τις εξελίξεις από μακριά αλλά σαν άνθρωπος που αισθανόταν ότι διακυβεύεται η ίδια η ιστορική συνέχεια του τόπου του.

Και έπειτα ήρθε η τελευταία καταγεγραμμένη δημόσια ανάρτησή του.

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2018. Δύο ημέρες πριν από τον θάνατό του.

Δεν επέλεξε να μιλήσει για τον εαυτό του ούτε για κάποια προσωπική του επιτυχία. Μίλησε για τα ελληνόπουλα του σχολείου της Δερβιτσάνης που γιόρταζαν την 28η Οκτωβρίου και κρατούσαν ζωντανή την ελληνική παράδοση. Εξέφρασε την αγωνία του για το μέλλον τους και για το αν οι επόμενες γενιές θα μπορούσαν να διατηρήσουν τη γλώσσα, την ιστορία και την εθνική τους ταυτότητα.

Αυτή η τελευταία ανάρτηση ίσως είναι από τις πιο συγκινητικές πλευρές της ιστορίας του. Πίσω από τον οργισμένο πολιτικό λόγο αποκαλύπτεται κάτι πολύ βαθύτερο. Ένας άνθρωπος που ανησυχούσε για τα παιδιά του τόπου του και για τη συνέχεια του Ελληνισμού. Για το αν οι επόμενες γενιές θα είχαν τη δυνατότητα να τραγουδούν τον Εθνικό Ύμνο και να γιορτάζουν τις ελληνικές επετείους χωρίς φόβο.

Και αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο ζήτημα της Βορείου Ηπείρου.

Δεν είναι ένα σύνθημα που ακούγεται μία φορά τον χρόνο ούτε μια υπόθεση που πρέπει να ανασύρεται από τη λήθη μόνο όταν συμβεί κάποια τραγωδία. Είναι άνθρωποι και οικογένειες, σχολεία και εκκλησίες, χωριά και κοιμητήρια. Είναι μια ιστορική ελληνική κοινότητα που αγωνίζεται να διατηρήσει τη γλώσσα, τις παραδόσεις και την εθνική της συνείδηση.

Η Βόρειος Ήπειρος έχει μακρά και πολυτάραχη ιστορία. Από το Πρωτόκολλο της Κερκύρας του 1914 μέχρι τις δοκιμασίες της κομμουνιστικής δικτατορίας του Ενβέρ Χότζα, οι Έλληνες της περιοχής βρέθηκαν αντιμέτωποι με πολιτικές μεταβολές και περιορισμούς που σημάδεψαν τη συλλογική τους ζωή. Κι όμως παρέμειναν εκεί, διατηρώντας τη γλώσσα, την πίστη και τις μνήμες τους μέσα από τις δυσκολίες.

Αυτός ο Ελληνισμός δεν ζητά να του χαριστεί η ταυτότητά του. Την έχει κληρονομήσει και δικαιούται να τη διατηρεί ελεύθερα.

Η 28η Οκτωβρίου 2018 ήρθε να υπενθυμίσει με τον πιο οδυνηρό τρόπο πόσο εύθραυστη μπορεί να γίνει η ανθρώπινη ζωή όταν η εθνική ένταση συναντά την κρατική βία.

Οι αλβανικές αρχές υποστήριξαν ότι ο Κωνσταντίνος Κατσίφας είχε πυροβολήσει εναντίον αστυνομικών πριν από την επιχείρηση των ειδικών δυνάμεων. Η οικογένειά του και πολλοί Έλληνες αμφισβήτησαν τις συνθήκες υπό τις οποίες σκοτώθηκε, θέτοντας ερωτήματα για την αναγκαιότητα της θανατηφόρας επέμβασης και για το εάν υπήρχε δυνατότητα να συλληφθεί ζωντανός.

Για εμάς αυτά τα ερωτήματα δεν αποτελούν μια υποσημείωση της ιστορίας αλλά την καρδιά της. Ένας άνθρωπος έπεσε νεκρός από τα πυρά κρατικών δυνάμεων και η ζωή του τελείωσε εκείνη την ημέρα. Όποια κι αν ήταν τα γεγονότα που προηγήθηκαν, η χρήση θανατηφόρας βίας όφειλε να εξεταστεί με απόλυτη διαφάνεια.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε από τις αλβανικές αρχές να διερευνήσουν και να αποσαφηνίσουν τις συνθήκες του θανάτου του. Η απαίτηση για αλήθεια και λογοδοσία δεν μπορεί να εξαντλείται σε μια ανακοίνωση ούτε να αντιμετωπίζεται ως ζήτημα που πρέπει απλώς να ξεχαστεί με την πάροδο του χρόνου.

Για όσους είδαν στον θάνατό του μια εν ψυχρώ εκτέλεση, η υπόθεση παραμένει μια βαθιά πληγή. Και για όσους τον θεωρούν μάρτυρα του Ελληνισμού, ο χαρακτηρισμός αυτός δεν γεννήθηκε από κάποια επίσημη απόφαση αλλά από τη συγκίνηση, την οργή και την εικόνα ενός νέου ανθρώπου που αγαπούσε τη γαλανόλευκη και δεν γύρισε ποτέ ζωντανός στο σπίτι του.

Στις 8 Νοεμβρίου 2018 οι Βουλιαράτες αποχαιρέτησαν τον Κωνσταντίνο. Η κηδεία του συγκέντρωσε χιλιάδες ανθρώπους και οι ελληνικές σημαίες πλημμύρισαν τους δρόμους του χωριού. Συγγενείς, φίλοι και συμπατριώτες του βρέθηκαν εκεί για το τελευταίο αντίο, σε μια ημέρα βαθιάς θλίψης που απέκτησε ιδιαίτερο εθνικό συμβολισμό.

Η μητέρα του αποχαιρετούσε το παιδί της και οι δικοί του άνθρωποι τον Κωνσταντίνο που γνώριζαν. Την ίδια στιγμή πολλοί Έλληνες αποχαιρετούσαν έναν άνθρωπο που είχε γίνει στα μάτια τους σύμβολο εθνικής υπερηφάνειας.

Αυτή η διάκριση έχει σημασία, γιατί πίσω από κάθε σύμβολο υπάρχει ένας άνθρωπος. Ένας άνθρωπος που είχε οικογένεια, φίλους, καθημερινότητα και όνειρα. Ένας άνθρωπος που δεν πρόλαβε να γεράσει, να δει πώς θα εξελισσόταν ο τόπος του και να ξανασηκώσει την ελληνική σημαία σε μια ακόμη εθνική επέτειο.

Σήμερα, οκτώ χρόνια αργότερα, η μνήμη του εξακολουθεί να συγκινεί. Και είναι δικαίωμα των Ελλήνων που τον τιμούν να τον αποκαλούν μάρτυρα του Έθνους. Όχι επειδή η ιστορική αλήθεια χρειάζεται να αντικατασταθεί από το συναίσθημα αλλά επειδή η εθνική μνήμη περιλαμβάνει και εκείνους που ένας λαός αναγνωρίζει ως σύμβολα των αγωνιών και των αξιών του.

Ο Κωνσταντίνος Κατσίφας έγινε για πολλούς τέτοιο σύμβολο. Ένα σύμβολο που θυμίζει ότι η εθνική ταυτότητα δεν είναι κάτι για το οποίο ένας Έλληνας οφείλει να απολογείται, ότι ο Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου δεν είναι μια ξεχασμένη υποσημείωση της ιστορίας και ότι η ελληνική πολιτεία έχει χρέος να υπερασπίζεται με συνέπεια τα δικαιώματα των ομογενών της.

Η αγάπη για την πατρίδα είναι βαθιά ριζωμένη στην ιστορική συνείδηση ενός λαού και αντλεί τη δύναμή της από τη γνώση της καταγωγής του, την εθνική αυτοπεποίθηση και την αποφασιστικότητα να διατηρήσει ζωντανή την πολιτιστική του κληρονομιά. Η ελληνική γλώσσα, η Ορθόδοξη παράδοση και οι αγώνες των προηγούμενων γενεών αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της εθνικής μας ταυτότητας. Είναι η πολύτιμη παρακαταθήκη που παραλάβαμε από τους προγόνους μας και έχουμε χρέος να παραδώσουμε ακέραιη στις επόμενες γενιές.

Η Ελλάδα οφείλει να βρίσκεται δίπλα στους Έλληνες της Βορείου Ηπείρου κάθε ημέρα. Με διπλωματική παρουσία, με στήριξη στην ελληνική εκπαίδευση και με υπεράσπιση των περιουσιακών και μειονοτικών δικαιωμάτων. Με ουσιαστική πολιτική που δεν θα εξαντλείται σε επετειακές δηλώσεις αλλά θα έχει συνέχεια και μετρήσιμα αποτελέσματα.

Αυτό είναι το εθνικό καθήκον και αυτή είναι η πραγματική δοκιμασία της εθνικής μας συνείδησης.

Οκτώ χρόνια μετά, τα λόγια του Κωνσταντίνου εξακολουθούν να διαβάζονται με διαφορετικό βάρος. Η αγάπη του για τη σημαία, η αγωνία του για τα παιδιά, η επιμονή του να τιμώνται οι Έλληνες νεκροί του 1940 και η πεποίθησή του ότι η ελευθερία και η εθνική αξιοπρέπεια δεν πρέπει να θεωρούνται αυτονόητες συνθέτουν την προσωπική του παρακαταθήκη.

Και ίσως η πιο συγκλονιστική εικόνα να μην είναι εκείνη της τελευταίας του ημέρας αλλά η εικόνα της γαλανόλευκης στον Κόζιακα. Μια σημαία που κυματίζει πάνω από τους Βουλιαράτες, ένας άνθρωπος που την κοιτάζει με υπερηφάνεια και πίσω τους ένας τόπος γεμάτος ιστορία.

Ο άνθρωπος εκείνος δεν βρίσκεται πια στη ζωή. Η σημαία όμως εξακολουθεί να κυματίζει, τα ελληνόπουλα εξακολουθούν να τραγουδούν και οι νεκροί του 1940 εξακολουθούν να αναπαύονται στο χώμα της Ηπείρου.

Η μνήμη του Κωνσταντίνου Κατσίφα εξακολουθεί να συνοδεύει τη μνήμη εκείνης της 28ης Οκτωβρίου.

Κωνσταντίνε Κατσίφα, οκτώ χρόνια μετά, η μνήμη σου παραμένει ζωντανή. Για πολλούς Έλληνες είσαι και θα παραμείνεις ένας μάρτυρας του Ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου.

Αιωνία σου η μνήμη.

Νικόλαος Λύκος

Από Nikolaos.L

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *