Υπάρχουν άνθρωποι που χωρούν εύκολα στην εποχή τους και άλλοι που συγκρούονται μαζί της, επειδή αρνούνται να συμβιβαστούν με όσα οι περισσότεροι έχουν συνηθίσει. Ο Περικλής Γιαννόπουλος ανήκε στους δεύτερους. Λογοτέχνης, μεταφραστής, δοκιμιογράφος και στοχαστής της ελληνικότητας, έγραψε με την πεποίθηση ότι ο Ελληνισμός μπορούσε να δημιουργήσει ξανά, αρκεί να απαλλασσόταν από την πνευματική εξάρτηση και την περιφρόνηση του ίδιου του εαυτού του.

Η Ελλάδα, όπως την αντίκριζε, διέθετε μια ανεκτίμητη παρακαταθήκη, αλλά δυσκολευόταν να αναγνωρίσει την αξία της. Κοιτούσε προς τα έξω για να πληροφορηθεί τι έπρεπε να θαυμάζει, πώς έπρεπε να σκέφτεται και ποιον δρόμο όφειλε να ακολουθήσει, παραμελώντας τον τόπο, την ιστορία και τις δικές της δυνατότητες. Απέναντι σε αυτή τη νοοτροπία στράφηκε με μια γλώσσα ορμητική, συχνά ακραία, πάντοτε όμως προσωπική.

Ο Περικλής Γιαννόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα το 1871, γιος του Ιωάννη Γιαννόπουλου και της Ευδοκίας Χαιρέτη, με καταγωγή από τη μητρική πλευρά από την κρητική οικογένεια Χαιρέτη. Παρακολούθησε μαθήματα Ιατρικής στην Αθήνα και συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι, τις οποίες εγκατέλειψε μετά τον θάνατο του πατέρα του. Ακολούθησε η παραμονή στο Λονδίνο και, μετά την επιστροφή του στην Αθήνα, μια σύντομη στροφή προς τη Νομική, πριν αφοσιωθεί στη συγγραφή και στη δημοσιογραφία.

Η ευρωπαϊκή εμπειρία του έχει ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση της σκέψης του. Γνώρισε τη δυτική λογοτεχνία και τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής, ήρθε σε επαφή με τον συμβολισμό και τον αισθητισμό και μετέφρασε συγγραφείς όπως ο Πόε, ο Μπωντλαίρ και ο Ουάιλντ. Η σύγκρουσή του με την ξενομανία διαμορφώθηκε μέσα από αυτή τη γνωριμία, από τη διαφορά που έβλεπε ανάμεσα στη δημιουργική επαφή και στην άκριτη αντιγραφή.

Στα πρώτα του δημοσιεύματα χρησιμοποίησε ψευδώνυμα, μεταξύ των οποίων ο «Λωτός» και ο «Νεοέλλην», ενώ σταδιακά διαμόρφωσε το ιδιόμορφο ύφος που τον έκανε αναγνωρίσιμο. Οι λέξεις του ξεχειλίζουν από εικόνες, νεολογισμούς, ειρωνεία και αγανάκτηση, σαν να επιδιώκει να ταρακουνήσει τον αναγνώστη πριν ακόμη τον πείσει.

Η παρουσία του σε εφημερίδες και περιοδικά τον έφερε μέσα στις πνευματικές αντιπαραθέσεις της εποχής. Το ενδιαφέρον του απλωνόταν στη ζωγραφική, στην αρχιτεκτονική, στη λογοτεχνία και στη μουσική, αλλά και στην παιδεία, στην κοινωνική ζωή και στην πολιτική. Στο βάθος αυτών των παρεμβάσεων βρίσκεται η ίδια αγωνία: με ποια εφόδια θα οικοδομηθεί ένας σύγχρονος ελληνικός κόσμος;

Το 1903, στο άρθρο «Ἡ ξενομανία», έγραφε:

«Ἡ ξενομανία εἶνε χωριατιά. Εἶνε προστυχιά. Εἶνε κουταμάρα. Εἶνε ἀφιλοτιμία. Εἶνε ἀφιλοπατρία. Καὶ εἶνε ξυππασιά. Καὶ εἶνε ἀμάθεια.»

Η διατύπωση είναι σκληρή και αποκαλύπτει πόσο λίγο τον ενδιέφερε να γίνει ευχάριστος. Θεωρούσε την ξενομανία ένδειξη ανεπαρκούς κατανόησης τόσο του ξένου πολιτισμού όσο και του ελληνικού, μια επιφανειακή επίδειξη καλλιέργειας που άφηνε τον άνθρωπο εξαρτημένο από έτοιμες κρίσεις. Στον πυρήνα της κριτικής του βρίσκεται ο Έλληνας που επιστρέφει από το εξωτερικό έχοντας αποκτήσει πρότυπα προς αντιγραφή, χωρίς να έχει αναπτύξει τη δική του κρίση.

Αυτός ο προβληματισμός δεν περιορίζεται στα γράμματα. Αγγίζει την εκπαίδευση, την παραγωγή, την οργάνωση της κοινωνίας και τη δυνατότητα μιας χώρας να αποφασίζει με βάση τις πραγματικές συνθήκες της. Στη δική μας ανάγνωση, η αξία του βρίσκεται στην απαίτηση να εξετάζουμε όσα εισάγουμε και να αναλαμβάνουμε την ευθύνη όσων δημιουργούμε, αντί να μεταφέρουμε αλλού την ευθύνη της σκέψης μας.

Στο «Νέον Πνεῦμα», το 1906, ο Γιαννόπουλος περιγράφει την ελληνική αδυναμία ως έλλειψη:

«αὐτογνώσεως, αὐτοσκέψεως, αὐτοκρίσεως, αὐτοβουλήσεως, αὐτοπεποιθήσεως, αὐτοκινήσεως, αὐτενεργείας, αὐτοδιευθύνσεως, αὐτοδημιουργίας.»

Η ακολουθία αυτών των λέξεων συνοψίζει μεγάλο μέρος του οράματός του. Η αυτογνωσία πρέπει να οδηγήσει σε σκέψη και κρίση, η κρίση σε βούληση και η βούληση σε πράξη. Η αναγέννηση απαιτεί ανθρώπους που γνωρίζουν τι διαθέτουν και είναι πρόθυμοι να δουλέψουν πάνω σε αυτό, αναλαμβάνοντας και το κόστος της αποτυχίας τους.

Η αυστηρότητά του απέναντι στους συμπατριώτες του είναι εξίσου έντονη με την επίθεσή του στα ξένα πρότυπα. Δεν τους απαλλάσσει από ευθύνες επειδή είναι Έλληνες, ούτε αντιμετωπίζει την καταγωγή ως επαρκές κατόρθωμα. Η απόσταση ανάμεσα στη μεγάλη ιστορική κληρονομιά και στη σύγχρονη αδράνεια τον εξοργίζει, επειδή ακριβώς πιστεύει ότι αυτή η κληρονομιά επιβάλλει εργασία και δημιουργία.

Η Ελληνική γη ως αφετηρία

Για να κατανοήσει κανείς τον Γιαννόπουλο πρέπει να σταθεί στην αισθητική του. Η πολιτική και κοινωνική του αγωνία συνδέεται με έναν άνθρωπο που παρατηρεί το φως πάνω στα βουνά, τις αποχρώσεις της θάλασσας και τη μορφή ενός κτίσματος μέσα στο τοπίο, αναζητώντας τη σχέση ανάμεσα στον τόπο και στις ανθρώπινες δημιουργίες.

Στην «Ἑλληνικὴ Γραμμή», που δημοσιεύθηκε το 1903, θέτει ευθύς εξαρχής τη βάση του:

«Βάσις τῆς Ἑλληνικῆς Αἰσθητικῆς εἶναι ἡ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΗ.»

Καλεί τον αναγνώστη να βγει από τον κλειστό χώρο, να ανεβεί στους αθηναϊκούς λόφους και να παρατηρήσει επίμονα όσα έχει μπροστά του. Στις περιγραφές του, το μικρό φυτό, η πέτρα και το μακρινό βουνό αποκτούν ιδιαίτερη φυσιογνωμία, καθώς το φως επιτρέπει να διακριθούν οι μορφές και οι μεταξύ τους σχέσεις. Η παρατήρηση γίνεται άσκηση προσοχής και συγχρόνως μάθημα για τον καλλιτέχνη.

Η ελληνικότητα στην τέχνη προκύπτει, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, μέσα από τη μελέτη του ζωντανού τόπου. Ο δημιουργός καλείται να κατανοήσει το μέτρο, τη σαφήνεια και την αρμονία που ο Γιαννόπουλος αναγνωρίζει στο ελληνικό τοπίο, ώστε να τα μετασχηματίσει με τη δική του εργασία. Γι’ αυτό και το ενδιαφέρον του ξεπερνά την αναπαραγωγή αρχαίων διακοσμητικών στοιχείων και στρέφεται στη δυνατότητα μιας νέας δημιουργίας.

Η ίδια αναζήτηση συνεχίζεται στο «Ἑλληνικὸν Χρῶμα», το 1904, όπου η γη και ο ουρανός παρουσιάζονται μέσα σε διαρκείς μεταβολές φωτός. Η γραφή του γίνεται σχεδόν ζωγραφική, με μια πληθώρα αποχρώσεων που επιχειρεί να αποδώσει όσα ο βιαστικός θεατής προσπερνά. Σε ένα χαρακτηριστικό σημείο προτρέπει:

«Ἔπειτα ἀνοίξετε τὰ μάτια σας: Τὸ ἔχετε ἐμπρός σας, ὡραιότερον τοῦ ὡραιοτέρου ὀνείρου. Εἶναι ἡ ΓΗ ΣΑΣ.»

Πίσω από τον λυρισμό υπάρχει μια απαίτηση που μπορούμε να καταλάβουμε και σήμερα: να μάθουμε να βλέπουμε τον τόπο μας πριν αποφασίσουμε τι θα κάνουμε με αυτόν. Η σχέση με την Πατρίδα δοκιμάζεται και στη μεταχείριση του τοπίου, στην ποιότητα του δημόσιου χώρου, στην αρχιτεκτονική και στην καθημερινή φροντίδα όσων κληρονομήσαμε.

Δεν χρειάζεται να αποδίδουμε στον Γιαννόπουλο σύγχρονες θεωρίες για να αναγνωρίσουμε τη δύναμη αυτού του ερωτήματος. Αρκεί να κοιτάξουμε μια ακτή που αλλοιώθηκε, έναν οικισμό που έχασε τη μορφή του ή ένα ιστορικό κτίριο που εγκαταλείφθηκε, για να αντιληφθούμε πόσο απέχει η επετειακή υπερηφάνεια από τη σταθερή ευθύνη απέναντι στον τόπο.

Η αναζήτησή του απλώνεται και στην ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού. Στο «Πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Ἀναγέννησιν» επιμένει ότι η κατανόηση των ελληνικών ζητημάτων απαιτεί επιστροφή στην ιστορία και αποδίδει κεντρική σημασία στη βυζαντινή περίοδο, την οποία χαρακτηρίζει:

«τὸ Κλειδὶ πρὸς νόησιν τῆς ἀρχαίας, πρὸς νόησιν τῆς τωρινῆς Ἑλλάδος, πρὸς νόησιν Ἑλληνισμοῦ καὶ Ἕλληνος».

Η θέση αυτή δείχνει ότι η αρχαιολατρία του συνυπάρχει με την υπεράσπιση του Βυζαντίου. Αναζητά μια συνολική κατανόηση της ελληνικής διαδρομής και αντιδρά στην απαξίωση μεγάλων περιόδων της, θεωρώντας ότι ο κατακερματισμός της ιστορικής μνήμης δυσκολεύει και την κατανόηση του παρόντος.

Στην «Ἔκκλησιν πρὸς τὸ Πανελλήνιον Κοινόν», το 1907, το όραμά του αποκτά ακόμη πιο επιτακτικό χαρακτήρα. Η ελληνική αναγέννηση παρουσιάζεται ως συνολική εργασία που αφορά τις τέχνες, τη γνώση του παρελθόντος και την αναμόρφωση της ζωής. Την ίδια στιγμή, μέσα στην έξαρση της ελληνικής αυτοπεποίθησης, παρεμβάλλει μια φράση που στρέφεται εναντίον της εύκολης αυταρέσκειας:

«Περιττὸν νὰ φουσκώνετε δι᾿ αὐτά. Οἱ Ἕλληνες κάθε ἐποχῆς δὲν εἶσθε τίποτα. Ἡ Ἑλληνικὴ Γῆ εἶνε τὸ Πᾶν.»

Η προγονική δόξα, επομένως, δεν προσφέρεται ως δικαιολογία για την αδράνεια. Στη δική μας εποχή, αυτή η παρατήρηση μπορεί να γίνει ένα αυστηρό μέτρο αυτοκριτικής: τι προσθέτουμε εμείς σε όσα παραλάβαμε, με ποια έργα στηρίζουμε τα λόγια μας και τι θα παραδώσουμε σε εκείνους που ακολουθούν;

Η σκέψη του Γιαννόπουλου έχει έντονο εθνικό χαρακτήρα και συχνά εκφράζεται μέσα από απόλυτες γενικεύσεις για λαούς και πολιτισμούς. Αυτές οι διατυπώσεις ανήκουν στην ιστορία των ιδεών του και χρειάζονται εξέταση μαζί με το υπόλοιπο έργο του. Η ουσιαστική γνωριμία με έναν στοχαστή περιλαμβάνει τόσο τη δημιουργική του δύναμη όσο και τα όρια των επιχειρημάτων του.

Στην προσωπική του ζωή σημαντική θέση είχε η ζωγράφος Σοφία Λασκαρίδου, ενώ η φιλία του με τον Ίωνα Δραγούμη συνέδεσε δύο διαφορετικές αλλά συγγενικές αναζητήσεις για το μέλλον του Ελληνισμού. Το ενδιαφέρον που προκάλεσε στους ανθρώπους των γραμμάτων δείχνει πως η παρουσία του άφησε ίχνη πέρα από τον στενό κύκλο των φίλων του, ακόμη και όταν οι απόψεις του συναντούσαν αντίδραση.

Ο θάνατός του το 1910, με αυτοκτονία στον Σκαραμαγκά, διέκοψε πρόωρα τη διαδρομή του και επισκίασε συχνά τη συζήτηση για το έργο του. Η τραγική κατάληξη της ζωής του δεν εξηγείται με βεβαιότητα από μία μόνο απογοήτευση, ούτε μπορεί να υποκαταστήσει τη μελέτη όσων έγραψε. Το ουσιαστικό αποτύπωμά του βρίσκεται στις σελίδες που άφησε και στα ερωτήματα που εξακολουθούν να προκαλούν.

Περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, αξίζει να τον διαβάσουμε ολόκληρο, πέρα από αποφθέγματα και αποσπασματικές επικλήσεις. Να ακολουθήσουμε την παρατήρησή του, να εξετάσουμε τη σκέψη του και να αναμετρηθούμε με την απαίτησή του για δημιουργία, κρατώντας τη δική μας κρίση ενεργή.

Γιατί η Ελλάδα έχει ανάγκη από ανθρώπους που γνωρίζουν τον τόπο τους, μελετούν την ιστορία του και εργάζονται για το μέλλον του. Ανθρώπους που μπορούν να συνομιλήσουν με τον κόσμο έχοντας δική τους φωνή και κάτι ουσιαστικό να προσφέρουν.

Εκεί συναντά τη σημερινή μας αγωνία ο Περικλής Γιαννόπουλος: στην επιμονή ότι ο Ελληνισμός οφείλει να παράγει έργο, σκέψη και πολιτισμό, αν θέλει η ιστορική του παρακαταθήκη να παραμείνει ζωντανή.

ΕΘΝΙΚΟ ΒΗΜΑ

Βιβλιογραφία

Περικλής Γιαννόπουλος, Η ελληνική γραμμή και το ελληνικόν χρώμα, εκδόσεις Πελεκάνος, Αθήνα, 2005.

Περικλής Γιαννόπουλος, Ξενομανία. Νέον πνεύμα. Προς την ελληνικήν αναγέννησιν, επιλογή κειμένων και επίμετρο Αλέξανδρος Βέλιος, εκδόσεις Ροές, β΄ έκδοση, Αθήνα, 2010.

Περικλής Γιαννόπουλος, Έκκλησις προς το πανελλήνιον κοινόν, εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα, 2003.

Ηλίας Κολοκούρης, «Αθησαύριστα κείμενα του Περικλή Γιαννόπουλου», περιοδικό Χάρτης, τεύχος 38, Φεβρουάριος 2022.

Ψηφιακές πηγές

Φειδίας Μπουρλάς, Περικλής Γιαννόπουλος: Βιογραφία και έργο, ψηφιακό αφιέρωμα στον ιστότοπο «Φειδίας» — pheidias.antibaro.gr/Giannopoulos.

Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών του ΕΚΕΒΙ, βιογραφικό λήμμα «Γιαννόπουλος, Περικλής», Βιβλιονέτ.

Από Nikolaos.L

Μια σκέψη στο “Περικλής Γιαννόπουλος.Ο ανυπότακτος κήρυκας της Ελληνικής Αναγέννησης.”
  1. Στα φοιτητικά χρόνια μας ακούσαμε πολύ και διαβάσαμε σελίδες από τις απόψεις του. Ηταν μία ισχυρή, πρωτότυπη φωνή με απέραντη αγάπη για την Ελλάδα ως ιδέα και ως τόπο, λατρεία για την αττική γή. Ρεύματα που συνέκλιναν: η Εθνική Εταιρεία, οι Μακεδονομάχοι, οι δημοτικιστές, η ανάγκη για ξέπλυμα του 1897, ο παλαμικός λόγος. Σκέπτομαι ότι απήχηση των ιδεών του συναντάμε στην Γενηά του 30, στο έργο του Δημήτρη Πικιώνη και σε άλλους.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *