Υπάρχουν στιγμές που μια υπόθεση αρχίζει να ξετυλίγεται και μαζί της βγαίνουν στην επιφάνεια πράγματα πολύ μεγαλύτερα από αυτά που αρχικά μας παρουσίασαν. Κάπως έτσι εξελίσσεται πλέον η πολύκροτη υπόθεση «Χωριάτικο» που εδώ και ημέρες μονοπωλεί τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων με τις αποκαλύψεις να διαδέχονται η μία την άλλη και το ενδιαφέρον να μετατοπίζεται από τη δράση ενός φερόμενου κυκλώματος φοροδιαφυγής στις πιθανές διασυνδέσεις του με τον ίδιο τον κρατικό μηχανισμό.

Και κάπου εδώ αρχίζουν τα δύσκολα για μια κυβέρνηση που επί επτά χρόνια μιλά για εκσυγχρονισμό του κράτους και διαφάνεια.Πριν από λίγες ημέρες το ΕΘΝΙΚΟ ΒΗΜΑ είχε επισημάνει μέσα από το άρθρο «Σκάνδαλα στις οθόνες, η κυβέρνηση στο απυρόβλητο;» ότι η συνεχής τηλεοπτική προβολή οικονομικών σκανδάλων ιδιωτών δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι για την πολιτική εξουσία ούτε να σκεπάζει τις κυβερνητικές ευθύνες. Είχαμε σταθεί ιδιαίτερα στο ενδεχόμενο εμπλοκής δημόσιων λειτουργών καθώς ένα οικονομικό δίκτυο τέτοιου μεγέθους δύσκολα μπορεί να αναπτύσσεται επί χρόνια χωρίς να γεννώνται σοβαρά ερωτήματα για εκείνους που είχαν την ευθύνη να το ελέγχουν.

Σήμερα οι πληροφορίες που έρχονται στο φως δίνουν σε αυτά τα ερωτήματα ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα.Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία της δικογραφίας η υπόθεση περιλαμβάνει ένα δίκτυο περίπου 340 εταιρειών και βασικές οφειλές που πλησιάζουν τα 77 εκατομμύρια ευρώ ενώ μαζί με πρόστιμα και προσαυξήσεις το ποσό φτάνει περίπου τα 95,5 εκατομμύρια. Δεν μιλάμε λοιπόν για μια μικρή φορολογική παράβαση ούτε για κάποιον επαγγελματία που δεν κατάφερε να πληρώσει τις υποχρεώσεις του. Μιλάμε για μια υπό διερεύνηση υπόθεση τεράστιας οικονομικής έκτασης που δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το πώς λειτουργούσαν οι έλεγχοι όλα αυτά τα χρόνια.

Το πιο ανησυχητικό όμως δεν βρίσκεται μόνο στους αριθμούς αλλά σε όσα αρχίζουν να αποκαλύπτονται γύρω από τις επαφές των εμπλεκομένων με ανθρώπους του Δημοσίου.Σύμφωνα με δημοσιεύματα που επικαλούνται τη δικογραφία εξετάζονται επαφές με πρόσωπα από τον ΕΦΚΑ, την Επιθεώρηση Εργασίας, την Αστυνομία και άλλες δημόσιες υπηρεσίες. Ορισμένοι φέρονται να παρείχαν πληροφορίες για διοικητικές αποφάσεις και διαγωνισμούς ενώ ερευνώνται και πιθανές διευκολύνσεις προς συγκεκριμένες εταιρείες. Οι αρχές καλούνται πλέον να διαπιστώσουν αν πίσω από αυτές τις επαφές υπήρχε απλή γνωριμία ή κάτι πολύ σοβαρότερο.

Και σαν να μην έφταναν αυτά υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο που προκαλεί εύλογη ανησυχία. Εμπιστευτικό έγγραφο της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας που προοριζόταν για δήμαρχο νησιού φέρεται να βρέθηκε στην κατοχή προσώπου που συνδέεται με την υπόθεση. Ποιος το έδωσε και πώς βγήκε από την υπηρεσιακή του διαδρομή; Αυτά δεν είναι μικρολεπτομέρειες αλλά ζητήματα που αγγίζουν τον πυρήνα της εμπιστοσύνης του πολίτη στο κράτος.

Ασφαλώς όλα αυτά πρέπει να ερευνηθούν και κανένας δεν μπορεί να θεωρείται ένοχος επειδή το όνομά του εμφανίζεται σε μια δικογραφία. Όμως δεν γίνεται κάθε φορά που αποκαλύπτεται ένα μεγάλο οικονομικό κύκλωμα να συζητάμε μόνο για τους ιδιώτες και να αφήνουμε στο περιθώριο το ενδεχόμενο συμμετοχής ή διευκόλυνσης από ανθρώπους που πληρώνονται από το Δημόσιο για να προστατεύουν το δημόσιο συμφέρον.Γιατί αν αποδειχθεί ότι κάποιοι δημόσιοι υπάλληλοι χρησιμοποιούσαν τη θέση τους για να εξυπηρετούν ιδιωτικά συμφέροντα τότε δεν θα μιλάμε απλώς για υπηρεσιακές παραλείψεις. Θα μιλάμε για διαφθορά μέσα στον ίδιο τον μηχανισμό που υποτίθεται ότι πολεμά τη διαφθορά. Και αυτό είναι πολύ βαρύτερο από μια συνηθισμένη περίπτωση φοροδιαφυγής.

Το ερώτημα επομένως δεν είναι μόνο ποιος εξαπάτησε το Δημόσιο αλλά και ποιος ενδεχομένως του άνοιγε τις πόρτες.Πού βρίσκονταν οι ελεγκτικές υπηρεσίες όλα αυτά τα χρόνια; Πόσοι έλεγχοι έγιναν και τι απέδωσαν; Υπήρξαν καταγγελίες ή προειδοποιήσεις που έμειναν στα συρτάρια; Και αν τελικά αποδειχθεί ότι δημόσιοι λειτουργοί έδιναν πληροφορίες ή παρείχαν προστασία ποιος τους έλεγχε και ποιος είχε την ευθύνη της εποπτείας τους;

Αυτά είναι τα ερωτήματα που οφείλει να απαντήσει η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη αντί να περιορίζεται στις ανακοινώσεις για την εξάρθρωση ενός μεγάλου κυκλώματος.Η επιτυχία μιας αστυνομικής έρευνας είναι ασφαλώς σημαντική και πρέπει να αναγνωρίζεται. Δεν σβήνει όμως όσα ενδεχομένως προηγήθηκαν ούτε απαλλάσσει την πολιτική ηγεσία από την υποχρέωση να εξηγήσει πώς ένα τόσο μεγάλο δίκτυο επιχειρήσεων και οφειλών έφτασε να αποκτήσει αυτές τις διαστάσεις.Από τη μία ακούμε καθημερινά για ψηφιακό κράτος και σύγχρονους ελεγκτικούς μηχανισμούς. Από την άλλη βλέπουμε να εξετάζονται καταγγελίες για υπηρεσιακές διασυνδέσεις και προνομιακή πληροφόρηση. Αν αυτές επιβεβαιωθούν τότε θα αποδειχθεί για ακόμη μία φορά ότι κανένα ηλεκτρονικό σύστημα δεν μπορεί να προστατεύσει το δημόσιο χρήμα όταν εκείνος που έχει την ευθύνη να εφαρμόσει τον νόμο αποφασίζει να τον παρακάμψει.

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αδικία απέναντι στον απλό πολίτη.Ο μικρός επαγγελματίας που παλεύει κάθε μήνα να πληρώσει ΕΦΚΑ και εφορία δεν έχει κάποιον γνωστό να του ψιθυρίζει τι ετοιμάζει η υπηρεσία. Ο εργαζόμενος που βλέπει τον μισθό του να εξανεμίζεται από την ακρίβεια δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει τους νόμους σαν εμπόδια που λύνονται με ένα τηλεφώνημα. Αυτοί οι άνθρωποι πληρώνουν κανονικά τις υποχρεώσεις τους και απαιτούν από το κράτος να αντιμετωπίζει όλους με τους ίδιους κανόνες.

Γι’ αυτό και η έρευνα πρέπει να φτάσει μέχρι τέλους. Όχι για να στοχοποιηθούν συλλογικά οι χιλιάδες έντιμοι δημόσιοι υπάλληλοι που εργάζονται καθημερινά αλλά ακριβώς για να προστατευτούν από εκείνους που ενδεχομένως εκμεταλλεύονται τη θέση τους. Αν υπάρχουν επίορκοι υπάλληλοι πρέπει να αποκαλυφθούν και εφόσον αποδειχθεί η ενοχή τους να λογοδοτήσουν όπως κάθε άλλος πολίτης.

Υπάρχει όμως και μια ευρύτερη πολιτική διάσταση που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε.Την ίδια περίοδο που η δημόσια συζήτηση παραμένει καθηλωμένη στις τηλεοπτικές αποκαλύψεις για ιδιωτικά οικονομικά κυκλώματα εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρά ανοιχτά ερωτήματα για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τη διαχείριση των ευρωπαϊκών αγροτικών ενισχύσεων. Είναι διαφορετικές υποθέσεις και καθεμία πρέπει να ερευνηθεί αυτοτελώς. Η προβολή όμως της μίας δεν μπορεί να σπρώχνει την άλλη στη λήθη ούτε να δημιουργεί την εντύπωση ότι η διαφθορά είναι πρόβλημα μόνο όταν αφορά ιδιώτες.

Η διαφάνεια δεν μπορεί να λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά.Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του έχουν κάθε δικαίωμα να επικαλούνται το έργο των διωκτικών αρχών. Έχουν όμως και την υποχρέωση να δώσουν συγκεκριμένες απαντήσεις για τη λειτουργία και την εποπτεία των δημόσιων υπηρεσιών. Δεν αρκεί να πληροφορείται η κοινωνία ποιοι συνελήφθησαν όταν παραμένει ανοιχτό το ερώτημα αν υπήρξαν άνθρωποι μέσα στον κρατικό μηχανισμό που τους διευκόλυναν.Γιατί το πραγματικό μέτρο ενός κράτους δικαίου δεν είναι μόνο να αποκαλύπτει μια παρανομία όταν αυτή έχει ήδη πάρει τεράστιες διαστάσεις αλλά να διαθέτει και τους μηχανισμούς που θα την εμποδίσουν πριν ο λογαριασμός φτάσει στον πολίτη.

Και όσο η υπόθεση «Χωριάτικο» συνεχίζει να ξετυλίγεται τόσο πιο επιτακτική γίνεται μια απλή απαίτηση. Να φτάσει η έρευνα μέχρι εκεί που οδηγούν τα στοιχεία χωρίς εξαιρέσεις και χωρίς προστατευμένες περιοχές εξουσίας.Γιατί ο ελληνικός λαός δεν έχει ανάγκη από άλλο ένα τηλεοπτικό σκάνδαλο που θα ξεχαστεί μόλις σβήσουν οι κάμερες. Έχει ανάγκη να μάθει ποιοι ενδεχομένως έβαλαν το χέρι στο δημόσιο χρήμα και ποιοι άνοιξαν την πόρτα για να περάσουν. Και πάνω απ’ όλα ποιος θα λογοδοτήσει αν αποδειχθεί ότι εκείνοι που είχαν ορκιστεί να προστατεύουν το κράτος το χρησιμοποιούσαν για να εξυπηρετούν τους δικούς τους.

Νικόλαος Λύκος

Από Nikolaos.L

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *