Ο χειμώνας είχε απλώσει το σκοτάδι του πάνω στα βουνά. Στα στενά δρομάκια ενός μικρού χωριού δεν ακουγόταν παρά ο άνεμος που χτυπούσε τις ξύλινες πόρτες. Πίσω από ένα παράθυρο φωτισμένο αχνά από τη φλόγα του τζακιού, μια οικογένεια είχε συγκεντρωθεί γύρω από τον γηραιότερο του σπιτιού. Τα παιδιά κάθονταν στο πάτωμα και τον παρακολουθούσαν με εκείνη την αφοσίωση που μόνο οι παιδικές ψυχές γνωρίζουν. Εκείνος μιλούσε αργά, σαν να αναζητούσε μέσα στη μνήμη του πρόσωπα που είχαν χαθεί προτού γεννηθεί ο ίδιος. Μιλούσε για παλιούς τόπους, για μακρινούς προγόνους, για την Κωνσταντινούπολη, για έναν κόσμο που είχε γκρεμιστεί αλλά εξακολουθούσε να ζει στις διηγήσεις των ανθρώπων.

Κάποια στιγμή το μικρότερο παιδί τον διέκοψε. «Παππού, αφού δεν έχουμε δικό μας βασιλιά ούτε δικό μας κράτος, πώς είμαστε ακόμη Έλληνες;» Ο γέροντας δεν απάντησε αμέσως. Έριξε ένα ξύλο στη φωτιά και κοίταξε τις σπίθες που ανέβαιναν προς την καμινάδα. «Γιατί, παιδί μου, δεν μας έφτιαξε ένας βασιλιάς για να μπορεί ένας άλλος να μας σβήσει».

Η σκηνή αυτή δεν βρίσκεται σε κάποιο ιστορικό χρονικό. Είναι μια φανταστική στιγμή από τις χιλιάδες που θα μπορούσαν να είχαν εκτυλιχθεί στα σπίτια των υπόδουλων Ελλήνων. Πίσω της όμως κρύβεται ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα της ιστορίας μας. Πώς επιβιώνει μια εθνική κοινότητα όταν χάνει την πολιτική της ανεξαρτησία; Τι απομένει όταν οι στρατοί έχουν ηττηθεί, οι αυτοκράτορες έχουν χαθεί και πάνω από τις πολιτείες κυματίζουν ξένες σημαίες;

Απομένουν οι άνθρωποι. Εκείνοι που εξακολουθούν να μιλούν τη γλώσσα τους, να διατηρούν τις παραδόσεις τους, να προσεύχονται στις εκκλησίες τους και να μεταφέρουν από γενιά σε γενιά την ανάμνηση μιας κοινής ιστορικής διαδρομής. Η συνέχεια αυτή δεν υπήρξε ούτε αδιάκοπη ούτε αμετάβλητη. Οι αιώνες άλλαξαν πολλά. Τρόπους ζωής, αντιλήψεις, κοινωνικές σχέσεις, ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι οι άνθρωποι προσδιόριζαν την ταυτότητά τους. Ωστόσο μέσα από αυτές τις μεταβολές διατηρήθηκαν και αναπλάστηκαν δεσμοί που αργότερα θα τροφοδοτούσαν τη σύγχρονη Ελληνική εθνική συνείδηση.

Ας αφήσουμε τώρα το μικρό σπίτι. Ο χρόνος αρχίζει να κυλά γρηγορότερα. Οι εποχές διαδέχονται η μία την άλλη, τα πρόσωπα σβήνουν, οι γενιές περνούν… Ώσπου φτάνει εκείνη η άνοιξη. 1821!

Ο αέρας μυρίζει μπαρούτι. Στα βουνά ακούγονται πυροβολισμοί, στις πολιτείες οι καμπάνες χτυπούν, στα νησιά οι ναυτικοί ετοιμάζουν τα καράβια τους. Άνθρωποι που μέχρι χθες φρόντιζαν τα χωράφια, τα εργαστήρια και τις οικογένειές τους καλούνται να πάρουν αποφάσεις από τις οποίες μπορεί να εξαρτηθεί η ίδια τους η ζωή. Κανείς δεν γνωρίζει αν θα αντικρίσει την επόμενη άνοιξη. Κανείς δεν μπορεί να υποσχεθεί τη νίκη.

Ο αγρότης αφήνει το αλέτρι. Ο ναυτικός αποχαιρετά το σπίτι του. Η μάνα στέκεται στο κατώφλι και προσπαθεί να συγκρατήσει τα δάκρυά της καθώς ο γιος της απομακρύνεται στον δρόμο. Δεν υπάρχουν ακόμη υπουργεία για να τους διατάξουν ούτε ανεξάρτητο κράτος για να τους επιστρατεύσει. Υπάρχουν επαναστατικές οργανώσεις, τοπικές ηγεσίες, διαφορετικά συμφέροντα και βαθιές κοινωνικές αντιθέσεις. Υπάρχει όμως και η κοινή επιδίωξη της ελευθερίας που αποκτά τη δύναμη να κινητοποιήσει ανθρώπους πέρα από όσα τους χωρίζουν.

Σταθείτε για μια στιγμή σε αυτή την εικόνα… Δεν πολεμούν επειδή υπάρχει Ελληνικό κράτος. Πολεμούν για να υπάρξει!

Αυτή είναι η μεγάλη ιστορική ανατροπή. Η πολιτική ανεξαρτησία δεν προηγήθηκε του αγώνα. Υπήρξε το ζητούμενό του. Το κράτος δεν εμφανίστηκε ως δημιουργός μιας έτοιμης και ομοιόμορφης εθνικής κοινότητας. Γεννήθηκε μέσα από μια μακρά διαδικασία ιστορικής διαμόρφωσης, συλλογικής συνείδησης, πολιτικής οργάνωσης και επαναστατικής δράσης.

Η Επανάσταση δεν ήταν μια ανέφελη πορεία ενωμένων ανθρώπων. Γνώρισε διχόνοιες, εμφύλιες συγκρούσεις, προσωπικές φιλοδοξίες και τραγικές αποφάσεις. Ακριβώς γι’ αυτό η σημασία της γίνεται ακόμη μεγαλύτερη. Δεν χρειάζεται να εξιδανικεύσουμε τους ανθρώπους που την πραγματοποίησαν για να αναγνωρίσουμε το μέγεθος του επιτεύγματός τους. Ήταν άνθρωποι με αδυναμίες, αντιθέσεις και πάθη, οι οποίοι μέσα σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες κατάφεραν να ανοίξουν τον δρόμο για την ανεξαρτησία.

Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, το 1916, η Ευρώπη βρίσκεται ξανά βυθισμένη στον πόλεμο. Τα χαρακώματα έχουν μετατραπεί σε ατελείωτους τάφους, αυτοκρατορίες συγκρούονται και η Ελλάδα δοκιμάζεται από τον Εθνικό Διχασμό. Μέσα σε αυτή την ιστορική καταιγίδα ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου δημοσιεύει την κοινωνιολογική μελέτη του «Ο Εθνικισμός».

Ο Παπαναστασίου δεν εξετάζει τον εθνικισμό ως ένα μονοδιάστατο πολιτικό σύνθημα. Τον προσεγγίζει ως ιστορικό και κοινωνικό φαινόμενο διακρίνοντας πολιτικές, πνευματικές, οικονομικές, κοινωνικές και θρησκευτικές εκδηλώσεις του. Στον πολιτικό εθνικισμό εντοπίζει διαφορετικές μορφές, μεταξύ των οποίων την απελευθερωτική και την ενωτική. Παράλληλα αναγνωρίζει ότι το εθνικό συναίσθημα μπορεί να οδηγήσει και στην επιβολή ενός ισχυρότερου κράτους πάνω σε άλλους λαούς, ασκώντας κριτική στον ιμπεριαλισμό.

Η αξία αυτής της προσέγγισης βρίσκεται στο γεγονός ότι μας υποχρεώνει να σκεφτούμε βαθύτερα. Ο εθνικισμός δεν εξηγείται μόνο από τη συγκίνηση που προκαλεί μια σημαία ή από τη μνήμη μιας ιστορικής μάχης. Συνδέεται με τη γλώσσα, την πολιτική εξουσία, τις οικονομικές σχέσεις, τις θρησκευτικές παραδόσεις και τις κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες διαμορφώνεται η συνείδηση των ανθρώπων.

Η σκέψη αυτή μας οδηγεί σε μια ακόμη σημαντικότερη διάκριση. Το Έθνος και το Κράτος δεν είναι έννοιες ταυτόσημες. Το Κράτος είναι ένας πολιτικός και θεσμικός οργανισμός. Διαθέτει σύνορα, νόμους, διοίκηση, δικαστήρια και Ένοπλες Δυνάμεις. Μπορεί να προστατεύσει την ανεξαρτησία ενός λαού, να εξασφαλίσει την κοινωνική συνοχή και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξή του. Μπορεί όμως και να αποτύχει στην αποστολή του. Να υποκύψει στη διαφθορά, να απομακρυνθεί από τις ανάγκες της κοινωνίας ή να μετατρέψει την εξουσία από μέσο υπηρεσίας σε αυτοσκοπό.

Το Έθνος δεν ταυτίζεται με την εκάστοτε κυβέρνηση ούτε με τα πρόσωπα που διαχειρίζονται την κρατική εξουσία. Η ιστορική του υπόσταση δεν εξαντλείται σε μια εκλογική αναμέτρηση ή σε έναν κυβερνητικό κύκλο. Είναι μια κοινότητα μνήμης, πολιτισμού, ιστορικών εμπειριών και συνείδησης που μεταβάλλεται μέσα στον χρόνο και αποκτά νόημα μέσα από τους ανθρώπους της.

Από αυτή τη διάκριση γεννιέται και μια βαθύτερη πολιτική θέση. Το Κράτος οφείλει να υπηρετεί την εθνική κοινότητα και το κοινό καλό. Δεν δικαιούται να απαιτεί από τους ανθρώπους να θεωρούν κάθε κυβερνητική επιλογή ταυτόσημη με το συμφέρον της Πατρίδας.

Η αγάπη προς την Πατρίδα δεν είναι λευκή επιταγή προς την εξουσία. Ούτε η υπεράσπιση της ιστορικής μας ταυτότητας σημαίνει υποχρεωτική αποδοχή κάθε απόφασης που λαμβάνεται στο όνομα του Έθνους. Αντιθέτως, η πραγματική ευθύνη απέναντι στην Πατρίδα απαιτεί πολίτες με κρίση, γνώση και το θάρρος να διαφωνούν όταν πιστεύουν ότι το συλλογικό συμφέρον παραμερίζεται.

Ας επιστρέψουμε όμως από τις έννοιες στους ανθρώπους. Γιατί οι ιδέες αποκτούν την πραγματική τους σημασία όταν συναντούν τη ζωή.

Είναι πρωί σε μια σύγχρονη Ελληνική πόλη. Ένας πατέρας βιάζεται να προλάβει τη δουλειά του, μια μητέρα συνοδεύει το παιδί της στο σχολείο, ένας νέος κοιτάζει στην οθόνη του κινητού του αγγελίες εργασίας στο εξωτερικό. Στην πλατεία κυματίζει η γαλανόλευκη. Στους δρόμους κυκλοφορούν άνθρωποι που μιλούν την ίδια γλώσσα αλλά συχνά δυσκολεύονται να συμφωνήσουν ακόμη και για το τι σημαίνει πρόοδος, δικαιοσύνη ή εθνικό συμφέρον.

Κάπου ανάμεσα στους λογαριασμούς, στην ανασφάλεια, στην καθημερινή κόπωση και στην αγωνία για το αύριο, οι μεγάλες λέξεις κινδυνεύουν να χάσουν το περιεχόμενό τους. Πατρίδα, Έθνος, Ελευθερία. Λέξεις που ακούγονται σε επετείους, σε ομιλίες και σε πολιτικές αντιπαραθέσεις. Μα τι σημαίνουν για τον νέο που σκέφτεται να εγκαταλείψει τον τόπο του; Για τον γονιό που αναρωτιέται αν τα παιδιά του θα μπορέσουν να δημιουργήσουν οικογένεια; Για τον άνθρωπο που εργάζεται μια ολόκληρη ζωή και αισθάνεται ότι το μέλλον του στενεύει;

Ένα Έθνος δεν ζει μόνο μέσα από τις αναμνήσεις των νεκρών του. Ζει και μέσα από τις δυνατότητες των παιδιών του! Δεν αρκεί να τιμούμε τους ανθρώπους που αγωνίστηκαν για την ελευθερία αν αδιαφορούμε για τις συνθήκες μέσα στις οποίες καλούνται να ζήσουν οι επόμενες γενιές. Δεν αρκεί να επικαλούμαστε τον πολιτισμό μας αν εγκαταλείπουμε την παιδεία. Δεν αρκεί να μιλούμε για εθνική ανεξαρτησία αν δεν προβληματιζόμαστε για την παραγωγική μας δύναμη, την κοινωνική συνοχή και την πραγματική δυνατότητα της χώρας να λαμβάνει αποφάσεις για το μέλλον της.

Η ιστορική μνήμη χωρίς δημιουργική συνέχεια μπορεί να καταντήσει μια όμορφη τελετή. Ένα στεφάνι που κατατίθεται, ένας λόγος που εκφωνείται, μερικά χειροκροτήματα και ύστερα επιστροφή στην ίδια αδιαφορία. Μα η Πατρίδα δεν είναι μια τελετή που τελειώνει όταν αποχωρήσουν οι επίσημοι!

Είναι ο τόπος όπου ένα παιδί μαθαίνει τις πρώτες του λέξεις. Είναι το σχολείο που του ανοίγει τον κόσμο, το χώμα που καλλιεργεί ο αγρότης, το καράβι που ταξιδεύει στις θάλασσες, το εργαστήριο όπου ένας νέος επιστήμονας προσπαθεί να δημιουργήσει κάτι καινούργιο. Είναι οι άνθρωποι που επιμένουν να χτίζουν ακόμη κι όταν οι συνθήκες τούς σπρώχνουν να εγκαταλείψουν.

Κάθε εποχή έχει τις δικές της δοκιμασίες. Οι άνθρωποι του 1821 κλήθηκαν να διεκδικήσουν την πολιτική ελευθερία με τα όπλα. Οι επόμενες γενιές αντιμετώπισαν πολέμους, προσφυγιά, φτώχεια και ανοικοδόμηση. Η δική μας γενιά έχει μπροστά της διαφορετικές προκλήσεις. Να διατηρήσει ζωντανή την ιστορική γνώση, να ενισχύσει την παιδεία, να στηρίξει τη δημιουργία, να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και να παραδώσει στα παιδιά της μια χώρα με περισσότερες δυνατότητες από εκείνες που παρέλαβε.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το βαθύτερο νόημα της εθνικής συνείδησης. Όχι στην ακινησία ούτε στην άρνηση κάθε αλλαγής. Αλλά στην ικανότητα ενός λαού να προχωρά χωρίς να χάνει τη μνήμη του. Να ανανεώνεται χωρίς να θεωρεί την ιστορία του βάρος. Να υπερασπίζεται την ελευθερία του και συγχρόνως να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να την απολαμβάνουν ουσιαστικά οι άνθρωποί του.

Ας γυρίσουμε για τελευταία φορά στο παλιό σπίτι, εκεί όπου άρχισε η ιστορία μας…

Η φωτιά έχει σχεδόν σβήσει. Ο γέροντας έχει αποκοιμηθεί στην καρέκλα του και το παιδί στέκεται ακόμη μπροστά στο παράθυρο. Έξω απλώνεται η νύχτα… Δεν γνωρίζει ότι κάποτε θα έρθει η Επανάσταση. Δεν γνωρίζει τα ονόματα των ανθρώπων που θα γράψουν τις επόμενες σελίδες της ιστορίας. Ούτε μπορεί να φανταστεί ότι αιώνες αργότερα κάποιο άλλο παιδί θα μεγαλώνει σε μια ελεύθερη Ελλάδα.

Κοιτάζει για λίγο τις τελευταίες σπίθες και ύστερα προσθέτει ένα μικρό ξύλο στη φωτιά. Αυτό είναι το χρέος κάθε γενιάς! Να μη θεωρήσει δεδομένο ό,τι παρέλαβε. Να γνωρίσει την ιστορία του τόπου της, να αναμετρηθεί με τα λάθη του, να διαφυλάξει όσα αξίζουν και να δημιουργήσει όσα ακόμη λείπουν. Να μην περιμένει από τους νεκρούς να πραγματοποιήσουν τα όνειρα των ζωντανών.

Γιατί οι πρόγονοί μας δεν μπορούν να επιστρέψουν για να υπερασπιστούν το μέλλον μας. Εκείνοι έζησαν τη δική τους εποχή, πήραν τις δικές τους αποφάσεις και άφησαν πίσω τους μια κληρονομιά με δόξες, θυσίες αλλά και τραγωδίες. Τώρα είναι η δική μας σειρά!

Κάποτε οι Έλληνες αγωνίστηκαν για να αποκτήσουν Κράτος. Σήμερα το μεγάλο ζητούμενο είναι να αποδείξουμε ότι μπορούμε να του δώσουμε περιεχόμενο αντάξιο της ιστορίας και των προσδοκιών μας.

Κι όταν ύστερα από πολλά χρόνια οι επόμενες γενιές αναζητήσουν τα ίχνη μας, ας μη βρουν μόνο ανθρώπους που καμάρωναν για όσα έκαναν οι πρόγονοί τους. Ας βρουν ανθρώπους που τόλμησαν να αναλάβουν το δικό τους μερίδιο ευθύνης.

Γιατί η Πατρίδα δεν είναι μονάχα το χώμα που πατούμε, τα βουνά που αντικρίζουμε και οι θάλασσες που αγκαλιάζουν τις ακτές μας. Είναι και οι άνθρωποί της. Εκείνοι που έζησαν πριν από εμάς, εκείνοι που ζουν σήμερα και όσοι θα έρθουν αύριο. Είναι το Έθνος που της δίνει ιστορική συνέχεια, μνήμη και ψυχή.

Μια Πατρίδα χωρίς ζωντανό Έθνος κινδυνεύει να καταντήσει ένας τόπος δίχως μνήμη. Ένα Έθνος χωρίς Πατρίδα κουβαλά μέσα του τον καημό της επιστροφής. Γι’ αυτό και τα δύο πρέπει να βαδίζουν μαζί. Όχι σαν δύο λέξεις χαραγμένες πάνω σε ένα μνημείο, αλλά σαν μία ζωντανή υπόσχεση που περνά από γενιά σε γενιά!

Γιατί η ιστορία δεν μας παρέδωσε την Πατρίδα για να στεκόμαστε αιώνιοι θεατές του μεγαλείου της. Μας την εμπιστεύθηκε για να κρατήσουμε ζωντανό το Έθνος που την κατοικεί, να της δώσουμε μέλλον και να γράψουμε το επόμενο κεφάλαιο.

Και αυτό το κεφάλαιο δεν έχει γραφτεί ακόμη…

Νικόλαος Λύκος

Πηγές – Βιβλιογραφία

  1. Αλέξανδρος Παπαναστασίου, «Ο Εθνικισμός», Επιθεώρησις των Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, τόμος Α΄, τεύχος Α΄–Β΄, 1916.
  2. Αλέξανδρος Παπαναστασίου, Ο Εθνικισμός – Κοινωνιολογική Μελέτη, εκδόσεις Δημιουργία, Αθήνα, 1992. Ειδικότερα σελ. 7–17 για τις μορφές του εθνικισμού, σελ. 20–30 για τα ιστορικά παραδείγματα και την έννοια του Έθνους, σελ. 46–47 για τους παράγοντες ανάπτυξης του εθνικισμού και σελ. 59 για τη σχέση εθνικισμού και ιμπεριαλισμού.
  3. Περικλής Κουραχάνης, Οι απαρχές της Κοινωνιολογίας στην Ελλάδα, μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Κοινωνιολογίας, 2014, σελ. 79–84.

Σημείωση: Το άρθρο αποτελεί πρωτότυπο ιδεολογικό δοκίμιο. Η σκέψη του Αλέξανδρου Παπαναστασίου χρησιμοποιείται ως αφετηρία προβληματισμού. Οι πολιτικές και φιλοσοφικές τοποθετήσεις του συντάκτη δεν αποδίδονται αυτομάτως στον A.Παπαναστασίου.

Από Nikolaos.L

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *