Ο Έλληνας μπορεί να αγαπά βαθιά το Έθνος και την Πατρίδα του ενώ την ίδια στιγμή αισθάνεται το ίδιο του το κράτος απέναντί του, να συγκινείται από την ιστορία του Ελληνισμού και να αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα σε μια αδιάκοπη διαδοχή γενεών αλλά να αντικρίζει τον κρατικό μηχανισμό με δυσπιστία. Στα μάτια του η Ελλάδα δεν είναι μια διοικητική περιφέρεια ούτε ένας πολιτικός οργανισμός με ημερομηνία ίδρυσης αλλά ο τόπος των προγόνων του, η γλώσσα που κληρονόμησε, οι μνήμες που πέρασαν από γενιά σε γενιά και η ιστορική παρουσία εκείνων που προηγήθηκαν και όσων θα ακολουθήσουν. Το Έθνος και η Πατρίδα αποτελούν μια ιστορική συνέχεια που δεν αρχίζει με την ίδρυση ενός κράτους ούτε τελειώνει με την πτώση μιας κυβέρνησης.
Αυτή η διάκριση ανάμεσα στο Έθνος και στο Κράτος διατρέχει τη νεότερη ελληνική ιστορία, αφού ο Ελληνισμός υπήρχε πολύ πριν από το ανεξάρτητο ελληνικό βασίλειο του 1832 με τις κοινότητες, τα πνευματικά του κέντρα, τη γλώσσα, τη θρησκευτική παράδοση και τη συλλογική του μνήμη. Η συγκρότηση του νεότερου κράτους υπήρξε τεράστιο ιστορικό επίτευγμα αλλά δεν ταυτίστηκε αυτομάτως με ολόκληρη την εθνική πραγματικότητα, ενώ οι εμφύλιες συγκρούσεις της Επανάστασης και οι αντιθέσεις ανάμεσα στην κεντρική εξουσία και στις τοπικές κοινωνίες φανέρωσαν από νωρίς ότι η πολιτική οργάνωση του Έθνους θα αποτελούσε μια δύσκολη και συχνά οδυνηρή υπόθεση.
Η ιστορική εμπειρία εξηγεί γιατί η σχέση των Ελλήνων με το κράτος απέκτησε κατά περιόδους χαρακτήρα βαθιάς δυσπιστίας, μια δυσπιστία που για αρκετούς πολίτες φτάνει σήμερα μέχρι την αίσθηση ότι ο κρατικός μηχανισμός λειτουργεί εχθρικά προς την ίδια την κοινωνία που υποτίθεται ότι υπηρετεί. Το ερώτημα είναι παλαιότερο από τις σημερινές κυβερνήσεις και βαθύτερο από τις συνηθισμένες κομματικές αντιπαραθέσεις: Το Έθνος δημιουργεί το Κράτος για να υπηρετεί τη ζωή του ή το Κράτος καταλήγει να απαιτεί από το Έθνος να υπηρετεί τη δική του ύπαρξη;
Ο Ίων Δραγούμης διατύπωσε αυτή την αντίθεση με αξιοσημείωτη καθαρότητα στον Ελληνικό Πολιτισμό: «Το κράτος δεν έγινε για το κράτος, ειδεμή τι ενδιαφέρον θα είχε;» Η φράση του δεν αποτελεί απλώς κριτική στη γραφειοκρατία αλλά φανερώνει μια ολόκληρη αντίληψη για την ιστορική αποστολή του Ελληνισμού, σύμφωνα με την οποία το Κράτος είναι μέσο και όχι τελικός σκοπός ενώ το Έθνος προηγείται ως κοινότητα ιστορικής συνείδησης και πολιτιστικής δημιουργίας. Η πολιτική οργάνωση αποκτά νόημα όταν προστατεύει αυτή τη ζωή και της επιτρέπει να αναπτυχθεί αντί να μετατρέπεται σε έναν μηχανισμό που απαιτεί την αυτοσυντήρησή του ως υπέρτατη προτεραιότητα.
Στη σκέψη του Δραγούμη ο Ελληνισμός δεν περιορίζεται μέσα σε κρατικά σύνορα ούτε εξαντλείται στη λειτουργία των θεσμών, καθώς η εθνική ζωή απλώνεται στον χρόνο μέσα από την ιστορική μνήμη και στον χώρο μέσα από τις κοινότητες των Ελλήνων. Ο άνθρωπος αναγνωρίζει τον εαυτό του ως κρίκο μιας μακράς αλυσίδας καταγωγής και πολιτισμού μέσα στην οποία η συγγένεια των γενεών και η κοινή ιστορική διαδρομή αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Το Έθνος προβάλλει ως ζωντανή κοινότητα μέσα στον αέναο χωροχρόνο, μια κοινότητα που παραλαμβάνει από το παρελθόν και παραδίδει στο μέλλον, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραμένει ακίνητη ή αμετάβλητη αφού η συνέχεια αποκτά νόημα μέσα από τη διαρκή αναδημιουργία όσων οι άνθρωποι θεωρούν δικά τους.
Ο ελληνικός εθνικισμός των αρχών του εικοστού αιώνα περιέλαβε ισχυρά ρομαντικά στοιχεία με την αναζήτηση της ιστορικής συνέχειας, τη συγκίνηση μπροστά στην παράδοση και την πεποίθηση ότι ο Ελληνισμός διαθέτει ιδιαίτερη πνευματική φυσιογνωμία. Στην περίπτωση του Δραγούμη αναδεικνύεται η αγωνία να μη μετατραπεί το Έθνος σε απλό εξάρτημα της κρατικής μηχανής αλλά να παραμείνει φορέας δημιουργίας και ιστορικής πρωτοβουλίας, διατηρώντας τη δική του πολιτιστική προσωπικότητα πέρα από τις εναλλαγές των κυβερνήσεων και τις μεταβολές της πολιτικής εξουσίας.
Ο Δραγούμης όμως δεν σταματά στην ανάγκη εθνικής προστασίας αλλά προχωρά στον βαθύτερο σκοπό της δημιουργίας, καθώς για εκείνον το ουσιαστικό έργο του Έθνους είναι ο πολιτισμός. Ένα κράτος που απορροφά όλες τις δυνάμεις της κοινωνίας για να συντηρεί τον εαυτό του κινδυνεύει να χάσει τον λόγο της ύπαρξής του, αφού μπορεί να διαθέτει υπουργεία, υπηρεσίες, νόμους και αμέτρητες σφραγίδες αλλά αυτά δεν αρκούν για να γεννήσουν πνεύμα, επιστήμη, τέχνη ή εθνική αυτογνωσία. Η διοίκηση μπορεί να οργανώσει τις προϋποθέσεις της δημιουργίας αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ίδια τη δημιουργία.
Εδώ συναντούμε τον Περικλή Γιαννόπουλο, μια από τις πιο ιδιότυπες μορφές της νεοελληνικής πνευματικής ζωής, ο οποίος αναζητούσε την ελληνική αυθεντικότητα στην αισθητική, στο τοπίο, στην τέχνη και στον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο ένας λαός αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Η οξύτατη κριτική του απέναντι στη μίμηση ξένων προτύπων δεν περιοριζόταν σε μια αισθητική προτίμηση αλλά εξέφραζε την αγωνία μήπως η ελληνική κοινωνία χάσει την ικανότητα να δημιουργεί με τη δική της πνευματική προσωπικότητα. Για τον Γιαννόπουλο η ελληνική φύση και η αισθητική εμπειρία δεν αποτελούσαν απλό σκηνικό αλλά πηγές έμπνευσης και αυτογνωσίας, μέσα από τις οποίες ο Ελληνισμός μπορούσε να αναζητήσει τη δική του δημιουργική έκφραση.
Ο προβληματισμός του αποκτά βαθύτερο νόημα όταν απομακρυνθούμε από την επιφανειακή επίκληση του παρελθόντος, καθώς η ιστορική κληρονομιά δεν είναι τίτλος ιδιοκτησίας πάνω στη δόξα των προγόνων αλλά μια απαιτητική παρακαταθήκη δημιουργίας. Ο πολιτισμός δεν επιβιώνει επειδή οι απόγονοι θυμούνται τα ονόματα των μεγάλων δημιουργών του αλλά όταν εξακολουθούν να γεννιούνται νέες ιδέες και νέα έργα, όταν η γλώσσα παραμένει όργανο σκέψης, η τέχνη δεν εξαντλείται στην αντιγραφή και η παιδεία καλλιεργεί ανθρώπους ικανούς να αναμετρηθούν με την εποχή τους. Ένα Έθνος που αρκείται να θαυμάζει όσα δημιούργησαν οι πρόγονοί του χωρίς να προσθέτει τίποτε δικό του κινδυνεύει να μετατρέψει την ιστορία του σε μουσείο.
Ο Δραγούμης και ο Γιαννόπουλος συναντώνται έτσι σε ένα ουσιώδες σημείο αφού το Έθνος δεν μπορεί να περιορίζεται στην κρατική του υπόσταση ούτε να αρκείται στην ανάμνηση της ιστορίας του αλλά χρειάζεται να δημιουργεί. Το κράτος μπορεί να εξασφαλίζει τις προϋποθέσεις της συλλογικής ζωής αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πνευματική ενέργεια ενός λαού, ενώ μια κοινωνία με άψογη διοικητική οργάνωση αλλά χωρίς δημιουργική αυτοσυνειδησία θα αντιμετώπιζε και πάλι ένα βαθύ ερώτημα για τον σκοπό της ύπαρξής της.
Εδώ ακριβώς αποκτά σημασία η σκέψη του Ιωάννη Συκουτρή, του μεγάλου φιλολόγου και στοχαστή που έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην ανθρώπινη προσπάθεια και στην εσωτερική υπέρβαση. Η ζωή δεν αποκτά περιεχόμενο με την παθητική αποδοχή όσων κληρονομήσαμε αλλά απαιτεί αγώνα, δημιουργία και χαρακτήρα, την προθυμία να αναλάβουμε βάρη που ξεπερνούν το στενό προσωπικό συμφέρον και τη δύναμη να μετατρέψουμε τις αξίες που επικαλούμαστε σε πραγματική στάση ζωής. Ο άνθρωπος δεν ολοκληρώνεται επειδή κληρονόμησε μια μεγάλη ιστορία αλλά όταν καταφέρνει να προσθέσει σε αυτήν κάτι από τον δικό του μόχθο και τη δική του δημιουργία.
Η σύνδεση με την εθνική ιδέα προκύπτει εδώ ως φιλοσοφικός προβληματισμός και όχι ως ισχυρισμός ότι ο Συκουτρής ταυτιζόταν σε όλα με τον Δραγούμη ή τον Γιαννόπουλο, αφού αν το Έθνος αποτελεί μια ιστορική συνέχεια τότε κάθε γενιά έχει απέναντί του μια ευθύνη που δεν εξαντλείται στην παραλαβή της κληρονομιάς αλλά απαιτεί και τη δική της προσφορά. Δεν αρκεί να επικαλούμαστε τις θυσίες των προηγουμένων όταν αποφεύγουμε τις απαιτήσεις του δικού μας χρόνου, ούτε αρκεί να μιλούμε για εθνικά ιδανικά όταν οι πράξεις μας δεν ανταποκρίνονται στο περιεχόμενό τους. Το χρέος προς το Έθνος δεν εκπληρώνεται με την επανάληψη μεγάλων λέξεων αλλά με την ποιότητα της ζωής και του έργου μας.
Αυτό είναι ίσως το δυσκολότερο σημείο κάθε ιδεολογικής αναζήτησης αφού η συλλογική ταυτότητα μπορεί να προσφέρει στον άνθρωπο αίσθηση συνέχειας και προσανατολισμού αλλά δεν μπορεί να τον απαλλάξει από την προσωπική του ευθύνη. Η επίκληση των προγόνων δεν αντικαθιστά την προσωπική αρετή και η υπερηφάνεια για το παρελθόν δεν εγγυάται το μέλλον, ενώ η αφοσίωση στο Έθνος δοκιμάζεται όταν ο άνθρωπος καλείται να δημιουργήσει κάτι που δεν θα απολαύσει αποκλειστικά ο ίδιος αλλά θα παραδώσει στους επόμενους. Η ιστορική συνέχεια αποκτά πραγματικό περιεχόμενο μόνο όταν κάθε γενιά αναλαμβάνει το δικό της μερίδιο ευθύνης απέναντι σε εκείνες που προηγήθηκαν και σε εκείνες που θα ακολουθήσουν.
Μέσα σε αυτή την ιστορική και πνευματική διαδρομή αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η σύγχρονη σύγκρουση ανάμεσα στην εθνική συνείδηση και στην κρατική εξουσία, μια σύγκρουση που συμπυκνώνεται σε συνθήματα όπως «Ζήτω το Έθνος, κάτω το Κράτος» και «Έθνος ή Χάος». Το πρώτο εκφράζει τη ριζική δυσπιστία απέναντι σε μια εξουσία που βιώνεται ως αποξενωμένη από την κοινωνία ενώ το δεύτερο αποτυπώνει την αγωνία για τη συλλογική συνέχεια σε περιόδους αβεβαιότητας, όμως η πραγματική σημασία αυτών των φράσεων δεν κρίνεται από την ένταση με την οποία εκφωνούνται αλλά από το περιεχόμενο που τους δίνεται και από το αν οδηγούν σε δημιουργία, προσωπική ευθύνη και αναζήτηση μιας πολιτικής οργάνωσης που υπηρετεί τους ανθρώπους αντί να απαιτεί την υποταγή τους.
Η απάντηση δεν βρίσκεται αναγκαστικά στην κατάργηση της κρατικής οργάνωσης ούτε στην αποδοχή κάθε πράξης της εξουσίας στο όνομα της εθνικής ενότητας, καθώς η σκέψη του Δραγούμη θέτει ένα διαφορετικό κριτήριο που αφορά τον ίδιο τον σκοπό της πολιτικής εξουσίας. Το Κράτος δικαιολογεί την ύπαρξή του μέσα από την υπηρεσία προς την κοινωνία και όχι μέσα από την αυτοσυντήρηση της εξουσίας του, ενώ η σχέση αυτή απαιτεί θεσμούς που προστατεύουν τον άνθρωπο και επιτρέπουν στον πολιτισμό να αναπτυχθεί. Διαφορετικά η εθνική ιδέα κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα βολικό σύνθημα στα χείλη εκείνων που διαχειρίζονται την κρατική ισχύ.
Το Έθνος δεν είναι μια σφραγίδα πάνω σε ένα κρατικό έγγραφο ούτε μια διοικητική κατασκευή που γεννήθηκε με την υπογραφή ενός διατάγματος αλλά μια ζωντανή ιστορική και φυλετική κοινότητα με συνείδηση της καταγωγής της, με δεσμούς συγγένειας ανάμεσα στις γενεές, με κοινές μνήμες, γλώσσα, παραδόσεις και πολιτισμό που διαμορφώθηκαν μέσα στον αέναο χωροχρόνο της ελληνικής ιστορίας. Είναι η αίσθηση ότι ο σημερινός Έλληνας δεν στέκεται μόνος απέναντι στον χρόνο αλλά αποτελεί μέρος μιας μακράς αλυσίδας ανθρώπων που έζησαν, δημιούργησαν, αγωνίστηκαν και παρέδωσαν στους απογόνους τους μια ιστορική κληρονομιά, ενώ η Πατρίδα δεν εξαντλείται στα κυβερνητικά αξιώματα ούτε ο Ελληνισμός μπορεί να μετρηθεί αποκλειστικά με τις μεταβολές της κρατικής εξουσίας αφού η εθνική ζωή υπερβαίνει τις κυβερνήσεις και συνεχίζεται μέσα από τη διαδοχή των γενεών και τη δημιουργική τους παρουσία.
Στον Ίωνα Δραγούμη συναντούμε την απαίτηση το Κράτος να γνωρίζει τον σκοπό της ύπαρξής του και να μην αναγορεύει τον εαυτό του σε υπέρτατη αξία, στον Περικλή Γιαννόπουλο την αγωνία να διατηρήσει ο Ελληνισμός τη δημιουργική του φυσιογνωμία και στον Ιωάννη Συκουτρή την υπενθύμιση ότι οι μεγάλες ιδέες αποκτούν περιεχόμενο μόνο όταν ο άνθρωπος είναι πρόθυμος να αναλάβει το βάρος τους. Τρεις διαφορετικές πνευματικές διαδρομές που συναντώνται στο ερώτημα της ιστορικής ευθύνης, εκεί όπου η κληρονομιά παύει να αποτελεί απλή ανάμνηση και γίνεται χρέος απέναντι στις επόμενες γενεές.
Μέσα σε αυτή τη συλλογιστική τα συνθήματα «Ζήτω το Έθνος, κάτω το Κράτος» και «Έθνος ή Χάος» δεν εμφανίζονται απλώς ως εκφράσεις πολιτικής αγανάκτησης αλλά ως αφορμές για έναν βαθύτερο προβληματισμό γύρω από τη σχέση της ιστορικής κοινότητας με την εξουσία και γύρω από το περιεχόμενο της εθνικής συνέχειας. Ο Δραγούμης μάς καλεί να αναρωτηθούμε αν το κράτος υπηρετεί τον σκοπό του, ο Γιαννόπουλος αν ο Ελληνισμός εξακολουθεί να δημιουργεί με τη δική του πνευματική προσωπικότητα και ο Συκουτρής αν οι άνθρωποι διαθέτουν το σθένος να μετατρέψουν τις ιδέες τους σε πράξεις, συνδέοντας έτσι την πολιτική οργάνωση με τον πολιτισμό και την προσωπική ευθύνη.
Το Έθνος δεν τελειώνει εκεί όπου τελειώνει η εξουσία ενός κράτους όπως δεν αρχίζει εκεί όπου αρχίζουν τα σύνορά του, αφού η ιστορική του παρουσία συνεχίζεται μέσα από τη μνήμη, τη συγγένεια των γενεών και την πολιτιστική δημιουργία. Οι πρόγονοι δεν μας παρέδωσαν ένα ολοκληρωμένο μέλλον αλλά μια ιστορία που απαιτεί συνέχεια, ενώ οι επόμενες γενεές θα παραλάβουν όχι τις διακηρύξεις μας αλλά το αποτέλεσμα των πράξεών μας. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο αλήθειες βρίσκεται το πραγματικό μέτρο του χρέους μας απέναντι στον Ελληνισμό.
Νικόλαος Λύκος