Όταν ένας άνθρωπος που πέρασε 25 χρόνια στις στρατιωτικές υπηρεσίες πληροφοριών του Ισραήλ εμφανίζεται μπροστά σε μια ελληνική κάμερα και προειδοποιεί ότι πρέπει να προετοιμαστούμε για πόλεμο με την Τουρκία, η είδηση δεν βρίσκεται μόνο στα λόγια του. Βρίσκεται κυρίως στον άνθρωπο που τα εκστομίζει, στη χρονική στιγμή που επιλέγει να μιλήσει και στα συμφέροντα που διαμορφώνονται πίσω από τις κλειστές πόρτες της Ανατολικής Μεσογείου. Ο Μάρκο Μορένο δεν είναι ένας συνηθισμένος αναλυτής που σχολιάζει τις εξελίξεις από την ασφάλεια ενός τηλεοπτικού στούντιο. Είναι αντισυνταγματάρχης εν εφεδρεία, πρώην ανώτερο στέλεχος της Μονάδας 504 των ισραηλινών στρατιωτικών πληροφοριών, με επιχειρησιακή εμπειρία στη Συρία και στον Λίβανο. Γνωρίζει επομένως τη σημασία των λέξεων, ιδιαίτερα όταν αυτές απευθύνονται στην κοινή γνώμη μιας άλλης χώρας.
Στη συνέντευξή του στον Γιάννη Χαραμίδη για τη «Μέδουσα» του Πρώτου Θέματος, ο Μορένο χαρακτήρισε την Τουρκία επόμενη μεγάλη απειλή για το Ισραήλ και την Ελλάδα. Μίλησε για πιθανή στρατιωτική αναμέτρηση Ισραήλ και Τουρκίας, αμφισβήτησε κατά πόσο η Ελλάδα μπορεί να στηρίζεται στην προστασία του ΝΑΤΟ και κάλεσε τους Έλληνες να αλλάξουν νοοτροπία. Να αντιληφθούν ότι ο πόλεμος δεν είναι ένα μακρινό ενδεχόμενο αλλά μια κατάσταση για την οποία οφείλουν να προετοιμαστούν. «Winter is coming» – «Ο χειμώνας έρχεται», προειδοποίησε χαρακτηριστικά. Μια φράση που παραπέμπει σε δύσκολες ημέρες και αποκτά διαφορετικό βάρος όταν ακούγεται από έναν άνθρωπο με το συγκεκριμένο παρελθόν. Το ζήτημα όμως δεν είναι αν έρχεται χειμώνας. Είναι ποιος προβλέπει την κακοκαιρία, ποιος κρατά την ομπρέλα και ποιος ενδέχεται τελικά να βρεθεί μέσα στην καταιγίδα.
Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες αποκαλύψεις του αφορά τις παλαιότερες σχέσεις των ισραηλινών υπηρεσιών με την τουρκική MIT. Ο Μορένο παραδέχεται ότι υπήρχε εξαιρετικά στενή συνεργασία, η οποία κατά τον ίδιο διαταράχθηκε από σοβαρή προδοσία της τουρκικής πλευράς πριν από δέκα έως δεκαπέντε χρόνια. Η συνεργασία αυτή δεν αποτελεί κάποια συγκλονιστική αποκάλυψη για όσους παρακολουθούν επί δεκαετίες τις σχέσεις Άγκυρας και Τελ Αβίβ. Οι δύο χώρες είχαν αναπτύξει στενούς στρατιωτικούς και πληροφοριακούς δεσμούς, ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του 1990. Οι συμφωνίες στρατιωτικής συνεργασίας του 1996, η ανταλλαγή πληροφοριών και η ισραηλινή συμμετοχή στον εκσυγχρονισμό τουρκικών οπλικών συστημάτων αποτελούν ιστορικά καταγεγραμμένα γεγονότα. Εκείνο που έχει ενδιαφέρον είναι ότι ένας πρώην αξιωματικός επιλέγει σήμερα να ανασύρει αυτή την ιστορία, χωρίς να εξηγεί ποια ακριβώς ήταν η πράξη που χαρακτηρίζει προδοσία. Μας προσφέρει την κατηγορία αλλά όχι τα στοιχεία που θα επέτρεπαν να την αξιολογήσουμε.
Ακόμη μεγαλύτερη προσοχή αξίζει η αναφορά του στη Συρία. Ο Μορένο υποστηρίζει ότι η ισραηλινή στρατιωτική επέκταση στον συριακό νότο μετά την πτώση του καθεστώτος Άσαντ αποσκοπούσε κυρίως στο να εμποδίσει την Τουρκία να αποκτήσει παρουσία κοντά στα ισραηλινά σύνορα. Πρόκειται για μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα τοποθέτηση. Το Ισραήλ εμφανίζεται πλέον να αντιμετωπίζει την Τουρκία όχι απλώς ως ανταγωνιστή επιρροής αλλά ως ενδεχόμενο στρατιωτικό αντίπαλο. Ταυτόχρονα όμως η συγκεκριμένη εξήγηση εξυπηρετεί και την παρουσίαση των ισραηλινών ενεργειών στη Συρία ως αναγκαίας αμυντικής αντίδρασης. Η στρατηγική ανάλυση δεν μπορεί να αγνοεί ότι η Συρία είναι κυρίαρχο κράτος και ότι οι ενέργειες ξένων στρατών στο έδαφός της δεν νομιμοποιούνται αυτομάτως επειδή παρουσιάζονται ως μέτρα πρόληψης απέναντι σε έναν τρίτο αντίπαλο.
Υπάρχει ωστόσο ένα σημείο που δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Ο Μορένο παραδέχεται ότι οι ισραηλινές υπηρεσίες δεν διαθέτουν για τον τουρκικό στρατό το ίδιο βάθος γνώσης που έχουν αποκτήσει για τους παραδοσιακούς αντιπάλους τους. Μιλάμε για ένα κράτος με τεράστια εμπειρία στις πληροφορίες, προηγμένη τεχνολογική συλλογή δεδομένων, ισχυρές διεθνείς διασυνδέσεις και μακρά ιστορία συνεργασίας με την ίδια την Τουρκία. Είναι δυνατόν να μην έχει αναλυτική εικόνα των τουρκικών στρατιωτικών δυνατοτήτων; Ασφαλώς υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη γνώση του δημοσίως καταγεγραμμένου οπλοστασίου και στη βαθιά επιχειρησιακή γνώση ενός στρατού. Παρ’ όλα αυτά, η παραδοχή του μοιάζει τουλάχιστον παράδοξη. Ίσως περιγράφει μια πραγματική ανάγκη αναπροσανατολισμού των ισραηλινών πληροφοριών. Ίσως πάλι επιχειρεί να δικαιολογήσει δημόσια την ανάγκη μεγαλύτερης στρατιωτικής προετοιμασίας. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη.
Και φτάνουμε στην Ελλάδα. Εδώ βρίσκεται ίσως η σοβαρότερη αντίφαση ολόκληρης της συνέντευξης. Από τη μία πλευρά ο Μορένο εξυμνεί τους Έλληνες, υπογραμμίζει τους στενούς δεσμούς των δύο λαών, επαινεί την ελληνοϊσραηλινή στρατιωτική συνεργασία και χαρακτηρίζει γενναίες τις αποφάσεις της ελληνικής ηγεσίας. Από την άλλη, δηλώνει ότι σε περίπτωση ισραηλινοτουρκικής σύγκρουσης το Ισραήλ θα επιδιώξει να κρατήσει την Ελλάδα έξω από τον πόλεμο. Επομένως αναγνωρίζει ότι μια τέτοια εμπλοκή δεν θα εξυπηρετούσε τα ελληνικά συμφέροντα. Γιατί λοιπόν επιλέγει να απευθυνθεί ειδικά στην ελληνική κοινή γνώμη με τόσο δραματικές προειδοποιήσεις; Γιατί συνδέει τόσο έντονα τις δύο χώρες απέναντι στον ίδιο αντίπαλο, ενώ παραδέχεται ότι τα συμφέροντά τους δεν ταυτίζονται σε κάθε ενδεχόμενη σύγκρουση;
Η απάντηση δεν είναι αυτονόητη. Το Ισραήλ έχει κάθε λόγο να επιθυμεί μια ισχυρή Ελλάδα που θα περιορίζει την ελευθερία κινήσεων της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Μια Άγκυρα αναγκασμένη να διαθέτει σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο διαθέτει αντίστοιχα μικρότερα περιθώρια συγκέντρωσης ισχύος σε άλλα μέτωπα. Αυτό αποτελεί αντικειμενικό στρατηγικό πλεονέκτημα για τους ανταγωνιστές της. Δεν σημαίνει ότι το Ισραήλ επιδιώκει αποδεδειγμένα έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο. Σημαίνει όμως ότι τα πιθανά οφέλη που θα μπορούσε να αποκομίσει από μια παρατεταμένη ελληνοτουρκική αντιπαράθεση πρέπει να εξετάζονται χωρίς αφέλεια. Άλλο η συνεργασία δύο κρατών και άλλο η ταύτιση των εθνικών τους συμφερόντων.
Οι διεθνείς σχέσεις άλλωστε δεν αποτελούν διαγωνισμό φιλίας. Το Ισραήλ ακολουθεί μια εξωτερική πολιτική προσανατολισμένη πρωτίστως στη δική του ασφάλεια, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να αποτελούν τον σημαντικότερο στρατηγικό του υποστηρικτή. Η Ελλάδα οφείλει να πράττει ακριβώς το ίδιο για τη δική της ασφάλεια. Να συνεργάζεται εκεί όπου υπάρχει κοινό συμφέρον, να αξιοποιεί την ισραηλινή τεχνολογία και επιχειρησιακή εμπειρία, αλλά να μη μετατρέπεται σε προκεχωρημένο φυλάκιο σχεδιασμών που δεν έχει διαμορφώσει η ίδια. Ούτε η Ιερουσαλήμ ούτε η Ουάσιγκτον ούτε οι Βρυξέλλες μπορούν να καθορίζουν ποιοι κίνδυνοι αξίζει να αναληφθούν για λογαριασμό του Ελληνικού λαού.
Υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση, λιγότερο ορατή αλλά εξίσου σημαντική. Ο Μορένο δεν περιορίζεται στην περιγραφή των τουρκικών δυνατοτήτων. Επιχειρεί να μεταβάλει τον τρόπο με τον οποίο ο Έλληνας αντιλαμβάνεται την καθημερινότητά του. Επιμένει ότι η ελληνική κοινωνία έχει συνηθίσει στην ειρήνη και πρέπει να αποκτήσει νοοτροπία πολεμικής ετοιμότητας. Αυτή είναι μια τοποθέτηση με σαφή επικοινωνιακή επίδραση. Ο πόλεμος παρουσιάζεται ως πιθανή επόμενη φάση της ζωής μας και η προετοιμασία ως επιτακτική ανάγκη. Η στρατιωτική ετοιμότητα ασφαλώς αποτελεί υποχρέωση κάθε σοβαρού κράτους. Η καλλιέργεια όμως ενός διαρκούς αισθήματος επικείμενης σύγκρουσης είναι διαφορετική υπόθεση. Μπορεί να ενισχύσει την αποτρεπτική συνείδηση μιας κοινωνίας, μπορεί όμως και να δημιουργήσει φόβο, να διευκολύνει πολιτικές επιλογές ή να περιορίσει τη δημόσια συζήτηση γύρω από το κόστος τους.
Γι’ αυτό η ημερομηνία έχει σημασία. Στις 31 Οκτωβρίου 2026, ένας πρώην ανώτερος αξιωματικός των ισραηλινών πληροφοριών επιλέγει να μεταφέρει αυτό το μήνυμα στο ελληνικό κοινό. Γιατί τώρα; Υπάρχουν συγκεκριμένες νέες πληροφορίες που καθιστούν πιθανότερη μια σύγκρουση ή πρόκειται για μια στρατηγική εκτίμηση με ορίζοντα ετών; Εκφράζει αποκλειστικά τις προσωπικές του απόψεις ή αυτές συμπίπτουν με έναν ευρύτερο προβληματισμό στο ισραηλινό κατεστημένο ασφαλείας; Επιδιώκει να προειδοποιήσει τους Έλληνες, να επηρεάσει την Άγκυρα ή να ενισχύσει την αποδοχή μιας στενότερης αμυντικής συνεργασίας; Καμία από αυτές τις ερμηνείες δεν μπορεί να θεωρηθεί αποδεδειγμένη χωρίς πρόσθετα στοιχεία. Όλες όμως αξίζουν σοβαρή διερεύνηση.
Ακόμη και η αναφορά του στο λεγόμενο όγδοο μέτωπο, στον πόλεμο της πληροφορίας και των κοινωνικών δικτύων, αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ο ίδιος προειδοποιεί ότι ξένες δυνάμεις μπορούν να επηρεάζουν την κοινή γνώμη, να διογκώνουν αντιθέσεις και να διαμορφώνουν αντιλήψεις. Είναι μια παρατήρηση που δεν πρέπει να περιοριστεί αποκλειστικά στην Τουρκία. Κάθε κράτος με ισχυρές υπηρεσίες πληροφοριών και δυνατότητες στρατηγικής επικοινωνίας έχει συμφέρον να διαμορφώνει ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον. Το Ισραήλ δεν αποτελεί εξαίρεση σε αυτόν τον γενικό κανόνα. Και η ελληνική κοινωνία οφείλει να αντιμετωπίζει με την ίδια κριτική σκέψη κάθε ξένο μήνυμα, ακόμη και όταν προέρχεται από μια χώρα με την οποία συνεργαζόμαστε.
Η Ελλάδα έχει πραγματικές διαφορές με την Τουρκία. Δεν χρειάζεται κανέναν ξένο αξιωματικό για να της εξηγήσει την κατοχή μεγάλου τμήματος της Κύπρου, τις αμφισβητήσεις ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, τις απειλές πολέμου ή τη στρατηγική αναθεωρητισμού της Άγκυρας. Τα γνωρίζει από την ίδια της την ιστορία. Εκείνο που χρειάζεται είναι ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, σοβαρή αμυντική βιομηχανία, αποτελεσματικές υπηρεσίες πληροφοριών και πολιτική ηγεσία που να αντιλαμβάνεται ότι η αποτροπή δεν εξαντλείται σε εξοπλιστικές ανακοινώσεις και φωτογραφίες με ξένους ηγέτες.
Ο Μάρκο Μορένο μπορεί να έχει δίκιο ότι η περιοχή εισέρχεται σε μια περίοδο μεγαλύτερης αστάθειας. Μπορεί επίσης να έχει δίκιο ότι η Ελλάδα οφείλει να προετοιμάζεται για δυσμενή ενδεχόμενα. Το κρίσιμο όμως ερώτημα παραμένει αναπάντητο. Προετοιμασία για την υπεράσπιση των δικών μας εθνικών συμφερόντων ή σταδιακή εξοικείωση με μια αντιπαράθεση στην οποία άλλοι θα έχουν διαμορφώσει τους όρους;
Οι συμμαχίες είναι χρήσιμες όταν ενισχύουν την εθνική ανεξαρτησία. Γίνονται επικίνδυνες όταν αρχίζουν να την υποκαθιστούν.
Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη ούτε από ξένους σωτήρες ούτε από ξένους προφήτες πολέμου. Έχει ανάγκη από ισχύ, στρατηγική αυτονομία και καθαρή σκέψη. Να ακούει τους συμμάχους της, να μελετά τους αντιπάλους της και να αποφασίζει με αποκλειστικό γνώμονα το δικό της εθνικό συμφέρον.
Γιατί όταν κάποιος προειδοποιεί ότι έρχεται χειμώνας, το πρώτο που οφείλεις να εξετάσεις δεν είναι μόνο πόσο κρύο θα κάνει. Είναι και αν εκείνος που σε προειδοποιεί έχει συμφέρον να αλλάξει ο καιρός.
Πηγές
- Πρώτο Θέμα, συνέντευξη Μάρκο Μορένο στη «Μέδουσα» με τον Γιάννη Χαραμίδη, 31 Οκτωβρίου 2026.
https://www.protothema.gr/world/article/1903399/o-proin-epikefalis-tis-monadas-504-ton-idf-marko-moreno-proetoimasteite-gia-polemo-me-tin-tourkia-deite-video/ - Πρωτογενές βίντεο συνέντευξης Μάρκο Μορένο – Πρώτο Θέμα.
https://www.youtube.com/watch?v=kbcYnCybkB4 - Jonathan Ghariani, «Turkish-Israeli relations: The golden years, 1991–2000», Israel Affairs, 2024.
https://doi.org/10.1080/13537121.2023.2295602 - Dr. Nimrod Goren, «Israel-Turkey Relations as Impacted by the War in Gaza and the Transition in Syria», Mitvim, Μάιος 2026.
https://mitvim.org.il/en/publication/israel-turkey-relations-as-impacted-by-the-war-in-gaza-and-the-transition-in-syria/
Το άρθρο αποτελεί συντακτική γεωπολιτική ανάλυση. Οι εκτιμήσεις για τα κίνητρα και τις πιθανές στρατηγικές σκοπιμότητες διακρίνονται από τα εξακριβωμένα ιστορικά γεγονότα και τις δηλώσεις του συνεντευξιαζόμενου.
ΕΘΝΙΚΟ ΒΗΜΑ / ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ