ΕΘΝΙΚΟ ΒΗΜΑ – Συντακτική Ομάδα
Στην Ουάσιγκτον οι κάλπες έκλεισαν αφήνοντας πίσω τους μια πολιτική ανατροπή. Στο Ισραήλ οι κομματικοί επιτελείς μετρούν έδρες, αναζητούν συμμαχίες και προσπαθούν να διακρίνουν ποιος θα κρατά αύριο το τιμόνι της χώρας. Χιλιάδες χιλιόμετρα ανατολικότερα, στην Τεχεράνη, οι άνθρωποι μετρούν κάτι διαφορετικό. Τις αντοχές μιας πατρίδας που βρίσκεται αντιμέτωπη με την αμερικανική στρατιωτική ισχύ και το Ισραήλ. Τρεις πρωτεύουσες, τρεις διαφορετικές πραγματικότητες και ένα κοινό ερώτημα που πλανάται πάνω από τη Μέση Ανατολή. Έχει τελειώσει πραγματικά ο πόλεμος ή βρισκόμαστε στην ανάπαυλα πριν από τον δεύτερο γύρο;
Οι μεγάλες συγκρούσεις δεν αρχίζουν πάντοτε με την πρώτη έκρηξη. Συχνά προηγούνται εβδομάδες διπλωματικών διαβουλεύσεων, πολιτικών αδιεξόδων και στρατιωτικών προετοιμασιών. Οι κυβερνήσεις μιλούν για ειρήνη ενώ εξετάζουν τις επιλογές τους, οι στρατηγοί υπολογίζουν δυνατότητες και οι αγορές παρακολουθούν νευρικά τις δηλώσεις των ηγετών. Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά βρίσκεται μια απόφαση που μπορεί να αλλάξει την πορεία ολόκληρης της περιοχής.
Ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με μια νέα πολιτική πραγματικότητα. Οι Δημοκρατικοί κατέκτησαν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας στις ενδιάμεσες εκλογές, με την ακρίβεια και τον πόλεμο με το Ιράν να έχουν βαρύνει την προεκλογική συζήτηση. Ο άνθρωπος που επένδυσε στην εικόνα του αποφασιστικού ηγέτη καλείται τώρα να διαχειριστεί τις συνέπειες μιας σύγκρουσης που πέρασε από τους χάρτες των επιτελείων στο πορτοφόλι του Αμερικανού πολίτη. Εκεί όπου ακόμη και οι πιο εντυπωσιακές στρατιωτικές ανακοινώσεις χάνουν τη λάμψη τους μπροστά στην τιμή της βενζίνης και στον λογαριασμό του σούπερ μάρκετ.
Ο Αμερικανός πρόεδρος εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρές εκτελεστικές αρμοδιότητες, από τον Ιανουάριο όμως θα βρεθεί απέναντι σε ένα διαφορετικό Κογκρέσο με δυνατότητα κοινοβουλευτικού ελέγχου και σημαντική επιρροή στη χρηματοδότηση του πολέμου. Μια συμφωνία με την Τεχεράνη θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως επιτυχία της αμερικανικής πίεσης, ενώ μια νέα στρατιωτική επιχείρηση θα μπορούσε να επιδιώξει την επιβολή ευνοϊκότερων όρων. Και οι δύο δρόμοι έχουν κόστος, κανένας δεν προσφέρει εγγυημένο αποτέλεσμα. Άλλωστε οι πόλεμοι δεν υπακούουν στις προθεσμίες των τηλεοπτικών εμφανίσεων ούτε οι αντίπαλοι υπογράφουν συμφωνίες επειδή το επιθυμεί ο Λευκός Οίκος.
Στο Ισραήλ το πολιτικό σκηνικό παρουσιάζει διαφορετικές αλλά εξίσου σημαντικές δυσκολίες. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου δεν εξασφάλισε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που θα του επέτρεπε να σχηματίσει χωρίς εμπόδια νέα κυβέρνηση. Οι διαπραγματεύσεις και οι συμμαχίες αποκτούν καθοριστική σημασία, ενώ ο Γκάντι Άιζενκοτ διεκδικεί τη δυνατότητα διαμόρφωσης μιας διαφορετικής κυβερνητικής πλειοψηφίας. Η χώρα βρίσκεται σε περίοδο πολιτικής αναδιάταξης την ίδια στιγμή που η ασφάλειά της παραμένει συνδεδεμένη με την ευρύτερη αναμέτρηση με το Ιράν.
Εδώ όμως χρειάζεται να ειπωθεί κάτι που συχνά χάνεται μέσα στην πολεμική ρητορική. Το Ισραήλ έχει πραγματικές ανησυχίες για την ασφάλειά του, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε στρατιωτική επιλογή είναι αυτομάτως αποτελεσματική ή δικαιολογημένη. Η προσπάθεια εξουδετέρωσης κάθε δυνητικού αντιπάλου μπορεί να δημιουργήσει νέους εχθρούς και να διαιωνίσει την ανασφάλεια που υποτίθεται ότι επιδιώκει να αντιμετωπίσει. Η Μέση Ανατολή δεν είναι μια απέραντη αυλή όπου οποιοδήποτε κράτος, όσο ισχυρό κι αν είναι, μπορεί να συμπεριφέρεται ως δερβέναγας και να περιμένει από τους υπόλοιπους να αποδέχονται σιωπηλά τις αποφάσεις του. Η στρατιωτική υπεροχή προσφέρει δυνατότητες, δεν καταργεί όμως την ιστορία, την εθνική συνείδηση και τη βούληση των άλλων λαών.
Αυτό μας οδηγεί στο Ιράν. Μια χώρα που στη δυτική δημόσια συζήτηση συχνά παρουσιάζεται αποκλειστικά μέσα από το θεοκρατικό της καθεστώς, τους Φρουρούς της Επανάστασης και το πυρηνικό της πρόγραμμα. Όμως το Ιράν δεν γεννήθηκε με την Ισλαμική Επανάσταση του 1979. Πίσω από τη σημερινή πολιτική εξουσία υπάρχει ο περσικός κόσμος, μια μακραίωνη ιστορία και μια κοινωνία με βαθιά αίσθηση ιστορικής συνέχειας. Οι πολίτες του δεν ταυτίζονται υποχρεωτικά με τις επιλογές της κυβέρνησής τους, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αντιμετωπίζουν αδιάφορα την προοπτική μιας ξένης στρατιωτικής επέμβασης ή μιας κρατικής κατάρρευσης.
Για την ιρανική ηγεσία η αναμέτρηση έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά αγώνα επιβίωσης του κράτους και του ίδιου του καθεστώτος. Για μέρος της κοινωνίας το διακύβευμα μπορεί να είναι ακόμη ευρύτερο, η αποφυγή μιας εθνικής καταστροφής. Όποιος πιστεύει ότι η καταστροφή στρατιωτικών εγκαταστάσεων συνεπάγεται αυτομάτως την πολιτική υποταγή ενός λαού, παραβλέπει όσα συνέβησαν στο Ιράκ και στη Λιβύη. Ένα καθεστώς μπορεί να αποδυναμωθεί χωρίς να γεννηθεί σταθερότητα, μια κυβέρνηση να χάσει τον έλεγχο χωρίς να κερδίσει η κοινωνία την ειρήνη. Για το Ιράν, λοιπόν, η σύγκρουση δεν αφορά μόνο πυραύλους και πυρηνικές εγκαταστάσεις. Αγγίζει την ίδια την επιβίωσή του ως κράτους και ιστορικού Έθνους.
Ας εξετάσουμε τι θα μπορούσε να συμβεί εάν η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ αποφάσιζαν έναν νέο γύρο στρατιωτικών επιχειρήσεων. Οι στόχοι ενδέχεται να περιλάμβαναν πυραυλικές εγκαταστάσεις, κέντρα διοίκησης, υποδομές μη επανδρωμένων αεροσκαφών και στοιχεία του πυρηνικού προγράμματος. Μια τέτοια επιχείρηση θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές απώλειες στις ιρανικές δυνατότητες, θα έθετε όμως αμέσως το επόμενο ερώτημα. Πώς θα απαντούσε η Τεχεράνη;
Το Ιράν δεν χρειάζεται να αναμετρηθεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια συμβατική σύγκρουση ίσων δυνάμεων για να προκαλέσει σοβαρό κόστος. Η γεωγραφική του θέση, οι πυραυλικές του δυνατότητες και τα μέσα ασύμμετρης δράσης προσφέρουν διαφορετικές επιλογές. Αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στον Περσικό Κόλπο, ενεργειακές υποδομές και εμπορικές θαλάσσιες οδοί θα μπορούσαν να βρεθούν στο επίκεντρο μιας νέας κλιμάκωσης. Η ακριβής μορφή των αντιποίνων δεν μπορεί να προβλεφθεί, εκείνο όμως που πρέπει να υπολογιστεί είναι ότι μια τέτοια σύγκρουση δύσκολα θα περιοριζόταν στους στόχους που θα επέλεγαν οι επιτιθέμενοι.
Τότε ο χάρτης αποκτά διαφορετική σημασία. Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους του πλανήτη. Μια νέα γενικευμένη κλιμάκωση θα μπορούσε να επιδεινώσει δραματικά την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, χωρίς να απαιτείται πλήρης αποκλεισμός για να προκληθεί διεθνής αναστάτωση. Αρκούν οι απειλές για τα δεξαμενόπλοια, τα αυξημένα ασφάλιστρα και οι καθυστερήσεις στη μεταφορά ενέργειας. Εάν την ίδια στιγμή η Ερυθρά Θάλασσα αντιμετώπιζε νέες σοβαρές διαταραχές, δύο κρίσιμοι θαλάσσιοι διάδρομοι θα βρίσκονταν ταυτόχρονα υπό πίεση, με συνέπειες που θα μπορούσαν να ξεπεράσουν κατά πολύ τα σύνορα της Μέσης Ανατολής.
Οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να δεχθούν νέες ισχυρές ανοδικές πιέσεις, οι μεταφορές να ακριβύνουν και η βιομηχανική παραγωγή να επιβαρυνθεί. Οι κυβερνήσεις θα μιλούσαν για γεωστρατηγικά συμφέροντα και στρατιωτικές ισορροπίες, ο πολίτης όμως θα αντίκριζε το αποτέλεσμα με έναν πολύ πιο απλό τρόπο. Στον λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος, στο κόστος των καυσίμων και στις τιμές των προϊόντων. Εκεί όπου η γεωπολιτική παύει να είναι θεωρία και γίνεται καθημερινότητα.
Πάνω από όλα αυτά εξακολουθεί να πλανάται το πυρηνικό ζήτημα. Η κατάσταση των ιρανικών εγκαταστάσεων και η τύχη μέρους του εμπλουτισμένου ουρανίου παραμένουν αντικείμενα διεθνούς ανησυχίας. Η ύπαρξη πυρηνικού υλικού δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με την κατασκευή επιχειρησιακού όπλου, όπως και η καταστροφή εγκαταστάσεων δεν σημαίνει ότι εξαφανίζεται η επιστημονική γνώση που επιτρέπει την ανασυγκρότηση ενός προγράμματος. Πρόκειται για στρατηγικό αδιέξοδο που δύσκολα λύνεται αποκλειστικά με περισσότερες βόμβες.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό υπάρχει ένας ακόμη παίκτης που δεν έχει την πολυτέλεια να παρακολουθεί αμέτοχος. Η Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Μια χώρα που συνορεύει με το Ιράν, συμμετέχει στο ΝΑΤΟ, διατηρεί σύνθετες σχέσεις με τη Δύση και επιδιώκει να παρουσιάζεται ως αυτόνομη περιφερειακή δύναμη. Η Άγκυρα γνωρίζει ότι μια παρατεταμένη κρίση θα μπορούσε να επιβαρύνει την οικονομία της και να δημιουργήσει νέες πιέσεις στα σύνορά της. Γνωρίζει όμως και κάτι ακόμη. Όταν οι μεγάλες δυνάμεις απορροφώνται από μια σύγκρουση, δημιουργούνται συχνά διπλωματικά περιθώρια για εκείνους που μπορούν να συνομιλούν με περισσότερες από μία πλευρές.
Ο Ερντογάν έχει παράλληλα τις δικές του εσωτερικές πολιτικές προκλήσεις. Η συζήτηση για το μέλλον της τουρκικής προεδρίας, οι συγκρούσεις με την αντιπολίτευση και το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών επηρεάζουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο διαμορφώνεται η εξωτερική πολιτική της χώρας. Η Τουρκία δεν είναι κράτος χωρίς εσωτερικές αντιθέσεις, διαθέτει όμως μακροχρόνιες στρατηγικές επιδιώξεις που συχνά υπερβαίνουν τις κυβερνητικές θητείες. Η Άγκυρα δεν κοιτάζει μόνο προς την Τεχεράνη. Κοιτάζει και προς το Αιγαίο, την Κρήτη, την Κάσο και την Κύπρο.
Η περίφημη «Γαλάζια Πατρίδα» (Mavi Vatan) δεν αποτελεί απλώς ένα εντυπωσιακό σύνθημα για τις τουρκικές στρατιωτικές παρελάσεις. Είναι μια στρατηγική αντίληψη για τη θαλάσσια παρουσία και τις διεκδικήσεις της Τουρκίας, με άμεσες συνέπειες για τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Η προετοιμασία νομοθετικής πρωτοβουλίας από το κυβερνών AKP για τις τουρκικές θαλάσσιες ζώνες προσδίδει νέα διάσταση στο ζήτημα. Δεν πρόκειται ακόμη για ψηφισμένο νόμο ούτε ένας τουρκικός νόμος μπορεί να δημιουργήσει από μόνος του διεθνή δικαιώματα εις βάρος της Ελλάδας. Η πολιτική σημασία της πρωτοβουλίας όμως δεν μπορεί να υποτιμηθεί, καθώς η Άγκυρα επιχειρεί να αποτυπώσει τις διεκδικήσεις της όχι μόνο σε χάρτες και στρατιωτικά δόγματα αλλά και στο εσωτερικό της νομοθετικό πλαίσιο.
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στρατηγικής. Η συμφωνία του 2019 επιχειρεί να χαράξει θαλάσσιες ζώνες ανάμεσα στην Τουρκία και στη Λιβύη παραγνωρίζοντας την παρουσία και τα δικαιώματα ελληνικών νησιών. Η πρόσφατη έγκρισή της από το κοινοβούλιο της ανατολικής Λιβύης έδωσε νέα πολιτική ώθηση σε μια υπόθεση που η Αθήνα θεωρεί αντίθετη στο διεθνές δίκαιο. Η ελληνική κυβέρνηση αντέδρασε επισήμως και ανέδειξε το ζήτημα σε διεθνές επίπεδο. Πρόκειται για υπαρκτές διπλωματικές ενέργειες, το ερώτημα όμως παραμένει εάν αρκούν για να αποτρέψουν τις πρακτικές συνέπειες των τουρκικών επιδιώξεων.
Κάπου εδώ αρχίζουν τα πραγματικά δύσκολα για την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Η κριτική για την πολιτική της απέναντι στην Τουρκία δεν περιορίζεται στις αντιπολιτευτικές ανακοινώσεις. Στον δημόσιο διάλογο διατυπώνονται σοβαροί προβληματισμοί από αμυντικούς και γεωπολιτικούς αναλυτές, ιδιαίτερα για τη σχέση ανάμεσα στη διπλωματική αποκλιμάκωση και στην ανεμπόδιστη άσκηση των ελληνικών δικαιωμάτων. Η κυβέρνηση επικαλείται τους ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας, τις διεθνείς συμμαχίες και την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων. Η κριτική εστιάζει στο κατά πόσον αυτή η πολιτική έχει καταφέρει να περιορίσει τις τουρκικές αμφισβητήσεις ή απλώς να διαχειριστεί την έντασή τους.
Η περίπτωση της Κάσου και η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία. Δεν πρόκειται μόνο για ένα καλώδιο που θα περάσει στον βυθό της Μεσογείου, αλλά για την πρακτική δυνατότητα υλοποίησης ενός στρατηγικού έργου σε θαλάσσιες περιοχές όπου η Τουρκία προβάλλει διεκδικήσεις. Η αβεβαιότητα γύρω από τις έρευνες και την πρόοδο του έργου γεννά ένα ερώτημα που καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζει ως τεχνική λεπτομέρεια. Μπορεί η Ελλάδα να ασκεί στην πράξη τα δικαιώματα που επικαλείται ή θα επιτρέψει οι τουρκικές αντιρρήσεις να επηρεάζουν διαρκώς τις αποφάσεις της;
Ακόμη μεγαλύτερη σημασία αποκτά το ζήτημα της επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα δώδεκα ναυτικά μίλια και της οριοθέτησης ΑΟΖ με την Κυπριακή Δημοκρατία. Η Ελλάδα διαθέτει, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο της θάλασσας, δικαίωμα επέκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης της μέχρι τα δώδεκα ναυτικά μίλια. Η Τουρκία αντιτάσσεται στην άσκησή του στο Αιγαίο, έχοντας διατυπώσει από το 1995 την περίφημη απειλή casus belli, δηλαδή αιτία πολέμου, σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων πέραν των έξι ναυτικών μιλίων. Μια απειλή που εξακολουθεί να βαραίνει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και να αποτελεί σοβαρό ζήτημα για την ελληνική εξωτερική πολιτική.
Η οριοθέτηση ΑΟΖ με την Κύπρο αποτελεί διαφορετικό και σύνθετο νομικό και διπλωματικό ζήτημα, συνδεδεμένο με τις αντικρουόμενες θαλάσσιες αξιώσεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Η μη άσκηση αυτών των επιλογών μέχρι σήμερα δεν σημαίνει αυτομάτως παραίτηση από τα ελληνικά δικαιώματα. Κατά την εκτίμηση του ΕΘΝΙΚΟΥ ΒΗΜΑΤΟΣ, όμως, εάν μια ελληνική κυβέρνηση αποδεχόταν οριστικά ότι δεν μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα των δώδεκα ναυτικών μιλίων επειδή το απαγορεύει η Άγκυρα ή εγκατέλειπε τη δυνατότητα οριοθέτησης ΑΟΖ με την Κύπρο υπό την πίεση τουρκικών απειλών, αυτό θα συνιστούσε εθνική υποχώρηση ιστορικών διαστάσεων. Θα δημιουργούσε το προηγούμενο ότι η απειλή ισχύος μπορεί να καθορίζει μέχρι πού φτάνουν οι ελληνικές επιλογές.
Εδώ η κριτική προς την κυβέρνηση Μητσοτάκη γίνεται αναπόφευκτα αυστηρή. Η προσεκτική διπλωματία είναι αναγκαία, όπως και η αποφυγή μιας άσκοπης στρατιωτικής κρίσης. Όμως η προσοχή δεν πρέπει να εξελίσσεται σε μόνιμη αναβολή και η αναβολή σε πολιτική ατολμία. Όταν η Τουρκία διατηρεί τις διεκδικήσεις της, προωθεί τη «Γαλάζια Πατρίδα» και ενισχύει τη θέση της στη Λιβύη, η Αθήνα οφείλει να εξηγεί ποια είναι η στρατηγική της για την επόμενη ημέρα. Όχι μόνο πώς αποφεύγεται μια κρίση σήμερα, αλλά και πώς προστατεύονται τα ελληνικά δικαιώματα αύριο.
Τα λεγόμενα «ήρεμα νερά» μπορούν να αποτελέσουν χρήσιμο διπλωματικό στόχο όταν συνοδεύονται από πραγματική ασφάλεια και αμοιβαίο σεβασμό. Όταν όμως οι διεκδικήσεις παραμένουν, η ηρεμία της επιφάνειας δεν αποδεικνύει ότι το πρόβλημα έχει λυθεί. Μια θάλασσα μπορεί να φαίνεται γαλήνια και ταυτόχρονα να κρύβει ισχυρά ρεύματα. Η ελληνική κυβέρνηση δεν κρίνεται μόνο από το αν απέτρεψε ένα θερμό επεισόδιο, αλλά και από το αν ενίσχυσε τη δυνατότητα της χώρας να ασκεί τα δικαιώματά της χωρίς να εξαρτάται από την ανοχή τρίτων.
Η Κύπρος βρίσκεται στην καρδιά αυτής της εξίσωσης. Η γεωγραφική της θέση, οι ενεργειακές προοπτικές και οι σχέσεις της με την Ελλάδα, την Τουρκία και τις υπόλοιπες χώρες της Ανατολικής Μεσογείου την καθιστούν ιδιαίτερα ευαίσθητη στις περιφερειακές αναταράξεις. Μια νέα κρίση με το Ιράν θα μπορούσε να αυξήσει τη στρατηγική σημασία ολόκληρης της περιοχής, αλλά και να απορροφήσει την προσοχή σημαντικών συμμάχων. Για την Αθήνα και τη Λευκωσία αυτό αποτελεί λόγο μεγαλύτερου συντονισμού και προετοιμασίας, όχι εφησυχασμού.
Όλα αυτά συμβαίνουν ενώ η Ελλάδα πλησιάζει στη δική της εκλογική αναμέτρηση, την οποία ο πρωθυπουργός έχει τοποθετήσει την άνοιξη του 2027. Τα κόμματα θα παρουσιάσουν τα προγράμματά τους, θα ανταλλάξουν κατηγορίες και θα διεκδικήσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις όμως δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν σαν ένα ακόμη τηλεοπτικό θέμα που θα ξεχαστεί μετά το κλείσιμο της κάλπης. Οι αποφάσεις για την εθνική άμυνα, τις θαλάσσιες ζώνες και την Κύπρο θα εξακολουθούν να επηρεάζουν τη χώρα πολύ μετά την ολοκλήρωση της προεκλογικής περιόδου.
Ας επιστρέψουμε για μια τελευταία φορά στην Τεχεράνη, εκεί όπου βρίσκεται η αφετηρία αυτής της μεγάλης αλυσίδας εξελίξεων. Η πιθανότητα νέας στρατιωτικής κλιμάκωσης είναι υπαρκτή, αλλά δεν αποτελεί μονόδρομο. Η διπλωματία εξακολουθεί να προσφέρει μια διαφορετική διαδρομή. Ο Τραμπ θα μπορούσε να επιδιώξει συμφωνία που θα του επέτρεπε να υποστηρίξει ότι η αμερικανική πίεση απέδωσε, η Τεχεράνη να αναζητήσει εγγυήσεις ασφαλείας και οικονομική ανακούφιση, ενώ το Ισραήλ θα αξιολογούσε κατά πόσον μια τέτοια εξέλιξη ανταποκρίνεται στις ανησυχίες του.
Εάν όμως η διπλωματία αποτύχει, ο δεύτερος γύρος μπορεί να αποδειχθεί περισσότερο περίπλοκος από τον πρώτο. Όχι απαραίτητα επειδή θα χρησιμοποιηθούν ισχυρότερα όπλα, αλλά επειδή οι πολιτικές, στρατιωτικές και οικονομικές αντοχές όλων των πλευρών έχουν ήδη δοκιμαστεί. Κάθε νέα επίθεση θα πραγματοποιείται σε περιβάλλον αυξημένης δυσπιστίας και μειωμένων περιθωρίων σφάλματος. Μια λανθασμένη εκτίμηση ή ένα πλήγμα με απρόβλεπτες συνέπειες θα μπορούσε να διευρύνει τη σύγκρουση πέρα από τις αρχικές επιδιώξεις των εμπλεκομένων.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να καθορίσει μόνη της τις αποφάσεις της Ουάσιγκτον, του Ισραήλ ή του Ιράν. Μπορεί όμως να καθορίσει τη δική της προετοιμασία, να ενισχύσει την αποτροπή της, να αξιοποιήσει τις συμμαχίες της και να διαμορφώσει συνεκτική στρατηγική για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Κυρίως, να αποφύγει την επικίνδυνη ψευδαίσθηση ότι οι μεγάλες διεθνείς αναταράξεις δεν την αφορούν επειδή εκδηλώνονται μακριά από τα σύνορά της.
Οι μεγάλες εθνικές δοκιμασίες σπάνια έρχονται με προειδοποίηση. Προηγούνται αποφάσεις που αναβάλλονται, υποχωρήσεις που βαφτίζονται σύνεση και προβλήματα που κανείς δεν τολμά να αντιμετωπίσει.
Οι κυβερνήσεις έρχονται και παρέρχονται, οι πολιτικοί αλλάζουν, η Ελλάδα όμως μένει και όποιος τολμήσει να παραδώσει στις επόμενες γενιές μια Πατρίδα μικρότερη από εκείνη που παρέλαβε, ας γνωρίζει πως η Ιστορία θα τον κρίνει αμείλικτα και θα γράψει το όνομά του με τα πιο μελανά της χρώματα.
«Μέγα τὸ τῆς θαλάσσης κράτος».
Πηγές – Παραπομπές
- Reuters, 5 Νοεμβρίου 2026 – Η νίκη των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο και οι πολιτικές συνέπειες για τον Ντόναλντ Τραμπ.
https://www.reuters.com/legal/government/democrats-vow-rein-trump-he-shows-off-white-house-ballroom-2026-11-05/ - The Guardian, 5 Νοεμβρίου 2026 – Αναλυτικά αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ.
https://www.theguardian.com/us-news/ng-interactive/2026/nov/04/midterm-elections-full-results-senate-house-governor-races - The Times of Israel – Τα τελικά εκλογικά αποτελέσματα, οι 53 έδρες του συνασπισμού Νετανιάχου και οι κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί.
https://www.timesofisrael.com/with-all-votes-counted-netanyahus-bloc-at-53-seats-eisenkots-48-arab-parties-19/ - Al Jazeera, 5 Νοεμβρίου 2026 – Οι διαβουλεύσεις του προέδρου Χέρτσογκ για τον σχηματισμό ισραηλινής κυβέρνησης.
https://www.aljazeera.com/news/2026/11/5/israels-herzog-accepts-vote-results-opens-talks-on-forming-a-government - Libya Herald, Οκτώβριος 2026 – Η έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου θαλάσσιας οριοθέτησης από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης.
https://libyaherald.com/2026/10/libya-ratifies-mou-with-turkey-on-delimitation-of-maritime-jurisdiction-areas-in-mediterranean-sea/ - United Nations – Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), άρθρο 3 για την αιγιαλίτιδα ζώνη έως 12 ναυτικά μίλια.
https://www.un.org/depts/los/convention_agreements/texts/unclos/unclos_e.pdf - International Atomic Energy Agency (IAEA) – Επίσημη ενημέρωση και εκθέσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
https://www.iaea.org/topics/iran - U.S. Energy Information Administration (EIA) – Στοιχεία για τη στρατηγική σημασία των Στενών του Ορμούζ και τις διεθνείς ενεργειακές μεταφορές.
https://www.eia.gov/international/analysis/special-topics/World_Oil_Transit_Chokepoints